Μαρία Ταταράκη, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΑ ΣΥΝΘΗΚΗΝ ΛΕΞΕΙΣ

Γράφω τις λέξεις που θα μου φέρουν,
Ό,τι άφησα στους καιρούς των υακίνθων
Σε κήπους προσευχών
Ή σε γυμνά τοπία ενατένισης
Του νόστου ανενδοίαστες λέξεις γράφω.
Διότι κι η άνοιξη που είπαμε δεν συνετελέσθη
Κι ας ντύθηκαν οι φίλοι τα ρούχα της πυρκαγιάς.
Μόνο τριγμοί
Υποσχέσεις αμυθήτων δακρύων.
Και συ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί.
Μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.

*

ΕΛΕΕΙΝ ΤΕ

Οι λέξεις μου δεν δέχονται επισκέψεις
Πενθούν.-
Κάποτε αναγνωρίζεις ίχνη τους
σε μοναχικά κρινάκια της θάλασσας.
Άλλοτε πάλι, σε ελεγείες του Παντός.
Σχετίζονται με τα πράγματα
κατά τον τρόπο του έρωτα,
καθώς μια πανάρχαια ποίηση ορίζει.
Υπόκεινται στο εύσχημον κάποιου ρήματος.
Αισθήσεως Σημαντικού
Σαν χρώμα και σαν άρωμα.-

Εν τω συντεταγμένω λόγω είναι την διάνοιαν.

*Από τη συλλογή “Ηρωικά κορίτσια”, εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, β’ έκδοση, 2020.

Σίση Σιακαβάρα, Το ποίημα μαχαίρι

Τα συνήθη
καφές, τσιγάρο, έρωτας.
Με μια ανεπιτήδευτη απλότητα
η γυναίκα φυσάει τον καπνό της
στα μούτρα του.
Εκείνος στραβώνεται και αναθυμιάζει
κίτρινο θυμό και σκοτωμένο δειλινό.
Το ευαίσθητο αόρατο ηλιακό σύμπαν
συνεχίζει να κυκλοδρομεί.
Ψελλίζει κάτι σχετικό και περιμένει.
Ύστερα ψάχνει στα σκουπίδια
τη μορφή της.
Βρίσκει ενα μηδενικό
και το βαφτίζει ποίημα
ποίημα μαχαίρι.
Το βάζει στο στόμα, ματώνει τη γλώσσα
και χύνει με μαγική απλοχεριά
αυτήν την τόσο ανυπόφορη
αναστολή της θανατικής ποινής του.

Μα, αν είμαι τόσο διάφανος, γιατί δεν πεθαίνω;
Μα γιατί χωρίς λεκέδες
Ποιας το χέρι
θα σου ανάψει το κερί;

*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.

Φιλαρέτη Βυζαντίου, Μήδεια

Κάθε βράδυ
Πάντα μετά τις 12
Στέλνω στην αγχόνη τρία ποιήματα γυμνά

Ακούω τους λυγμούς
Οσμίζομαι την ταραχή
Σέρνω το βλέμμα πάνω τους
Τα φθονώ
Που με παίδεψαν
Που με άρμεξαν
Που με πρόδωσαν
Τα κοιτώ αδιάφορα
Μετά στήνω κενοτάφιο
Μπαίνω μαζί τους κι εγώ

Έτσι κι αλλιώς
Στο αίμα τους ξαναβαφτίζομαι
κάθε βράδυ
Και πάντα μετά τις 12
τα ακούω που με φωνάζουν
Μήδεια.

*Από τη συλλογή “Πυρ Εσώτερον”, εκδ. Κύμα, 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Μουσική δωματίου (Λάλα το πουλί κι αηδόνι)

Η μοναξιά έχει τον ήχο της
για τον καθένα διαφορετικό
Δες την σαν μία μουσική υπόκρουση
που έχει κάτι από θλιμμένη προσμονή
όπως την εικονογραφούν
τα τρύπια μάτια των Αγίων στο τέμπλο του ναού
όπως το πέταγμα του γλάρου Ανάμεσα
σε δύο μπλε
πυκνά αποσιωπητικά
Όπως εκείνος τραγουδά
δίχως να κουνηθεί από το κρεβάτι
κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθησιν
και πέρα ας είναι χάλια ο καιρός
Η μοναξιά έχει τον ήχο της

Δεν συγκινείται το κενό με σαματάδες.

Από το συλλογή “Συρτός στα τρία”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ελένη Βακαλό, Μια μέρα που πρόσωπα από το παρελθόν επανέρχονται

Στα δάση που κατέφυγαν οι εραστές
Και πλάνητες τα πάνδεινα υπέφεραν
Καλά αν θυμάστε, επίορκος ο μάγος κι η κοπέλα του
Για κείνην που αγάπησε και πρόδωσε,
Χρόνο αρκετό ούτε άκουσα-
Δυσάρεστο θα ήταν να μάθει από μένα
τι έγινε.
Από πληγές που αφόρμισαν ανήμπορος,
Η κόρη αγρίμι σκέτο, πηγαίνανε,
Την ώρα αυτή που είμαστε πλησίαζαν στα τείχη.
Εξόριστοι, ώς μέτρα τόσα πέραν,

Ενώ η δικιά μας σάλπιζαν πως βγαίνει για κυνήγι.

*Από τη συλλογή “Γεγονότα και ιστορίες της κυρα-Ροδαλίνας” (1990). Περιλαμβάνεται στο συλλογικό “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, εκδ. Νεφέλη, 1995.

Νίκος Καρούζος, Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ –
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις – εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
-ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Κι όσο για το μέλλον

Κι όσο για το μέλλον, άκου:
Οι γιοι σου οι φασίστες
Θ’ απλώσουνε πανιά
Για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκομαι εκεί,
Σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
Στις όχθες της θάλασσας
Απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
Ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
Τη Ραβέννα
Την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
Με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
Όπως η πάλη των τάξεων –
Που
Διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
Που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
Θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
Μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
Ποιητής και πολίτης ξεχασμένος

Ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού

(αφιέρωμα σε επιμέλεια Β. Λαμπρόπουλου: Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία, Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν)

Θα ήθελα να εστιάσω στο φύλο και την σεξουαλικότητα, την πολιτική τους διάσταση και την εξεγερσιακή τους δυναμική στη λογοτεχνία.

Το πολιτικό στη νέα ελληνική λογοτεχνία και κριτική ορίζεται με έναν ανδροκεντρικό (ετεροκανονικό και ετερόφυλο) τρόπο και είτε προωθεί την ιδέα του έθνους (βλ. γενιά του ’30) είτε αφορά μία πολιτική (αριστερή) ιδεολογία (η αντίληψη του πολιτικού είναι ανδροκεντρική στο βαθμό που δεν αναγνωρίζει ότι βαραίνουν διαφορετικά σε άνδρες, γυναίκες, λοάτκι, ανάπηρα, ξένα άτομα τόσο η τάξη όσο και το έθνος και ότι οι ίδιοι οι καταπιεστικοί μηχανισμοί της οικονομίας είναι έμφυλοι).

Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, για παράδειγμα, πολιτική, με την έννοια της εξέγερσης, ήταν η ποίηση που γραφόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ στο τέλος της πρώτης και στα πρώτα χρόνια της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα η τοποθέτηση απέναντι στην οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό.

Από την άλλη πλευρά, εκ των υστέρων διαβάζοντας τη μεταπολεμική λογοτεχνία, η πιο εσωστρεφής ποίηση της περιόδου μπορεί να θεωρηθεί εξεγερσιακή σε σχέση με τη στρατευμένη η οποία αφενός υπήρξε ο κανόνας και αφετέρου, ενδεχομένως λόγω της στράτευσής της, να χάνει ένα μέρος της ελευθερίας της.

Σε κάθε περίπτωση, το φύλο και η σεξουαλικότητα θεωρούνταν ιδιωτικά ζητήματα και δεν πριμοδοτήθηκαν από τη νεοελληνική κριτική. Αντίθετα, φαίνεται ότι η λογοτεχνία που τα έχει στο κέντρο της θεωρείται ήσσονος σημασίας, όχι σπάνια ναρκισιστική, γυναικεία και ακίνδυνη. Ο χαρακτηρισμός «γυναικεία γραφή» δεν θεωρείται κολακευτικός ούτε άλλωστε και ο προσδιορισμός «ομοφυλόφιλη». Το επιχείρημα ότι η γυναικεία και ομοφυλόφιλη γραφή στερούνται καθολικότητας και για αυτό δεν προωθούνται είναι ένα πρόσχημα που αποκρύπτει το γεγονός ότι πίσω από την καθολικότητα βρίσκεται η αντρική, ετερόφυλη, της μέσης τάξης αντίληψη της
λογοτεχνίας.

Εξεγερσιακές δυνατότητες μπορεί να έχει ένα έργο το οποίο αφενός αποδομεί αυτή την υποτιθέμενη καθολικότητα και αφετέρου δομεί κάτι νέο από τη θέση από την οποία γράφεται. Η αναπολογητική κατάθεση του γυναικείου/λοάτκι βιώματος, η ανάδειξη των έμφυλων προνομίων, καταπιέσεων και ρόλων, η ανάδειξη άλλων σεξουαλικοτήτων και σωμάτων (π.χ. ανάπηρων, σωμάτων με κάποια διαταραχή) έχουν εξεγερσιακή δυναμική.

Στο επίπεδο της γλώσσας, εξεγερσιακή μπορεί να είναι η επιλογή της μονοσημίας/κυριολεξίας ως άρνησης από την πλευρά μιας ποιήτριας να διαμεσολαβήσουν ανάμεσα στα ποιήματά της και τους αναγνώστες στρέητ άντρες κριτικοί και να της επιβάλλουν προθέσεις και ερμηνείες «καθολικές». Η άρνηση, με άλλα λόγια, του «θανάτου του συγγραφέα» από την πλευρά της γυναίκας συγγραφέως έχει τη σημασία της όταν βλέπεται ως άρνηση να παραδώσει τη φωνή της και σχετίζεται με αυτό που η Γουλφ ονόμασε «θανάτωση του αγγέλου του σπιτιού», την άρνηση, δηλαδή, να προσπαθήσεις να γίνεις αρεστή.

Αναγνωρίζοντας την πολιτική διάσταση του ιδιωτικού, αφενός επαναπροσδιορίζεται το πρώτο και διευρύνεται (αφού δεν είναι ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και η ανοικείωση έρχεται αποκλειστικά μέσω της γλώσσας και της μορφής αλλά μάλλον ότι υπάρχουν αναπαραστάσεις και ιδεολογίες που μπορούν, συνδυαστικά με την ανοικειωτική χρήση της γλώσσας, καθώς αποδομούνται, να ανανεώσουν τη γραφή) και αφετέρου το δεύτερο απενοχοποιείται. Λογοτεχνία και ζωή, έτσι, προκαλούν και μεταμορφώνουν η μία την άλλη.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σελίδα της Noa Tinsel στο Facebook.

Γρηγόρης Σακαλής, Κωμωδία

Έργο του Νίκου Δεληγιάννη

Σ΄αυτή την ταραγμένη εποχή
που η ελευθερία
βάλλεται από παντού
αφουγκραζόμαστε
την ανάσα της κοινωνίας
ψάχνουμε ιδέες
να βρει, να εκφραστεί
η επόμενη γενιά
είναι δύσκολη περίοδος
για όλους
μα πιο πολύ
για τη νέα γενιά
που ανάλγητες κυβερνήσεις
αδιαφορούν για το μέλλον της
και φροντίζουν μόνο
για τους μεγάλους και τρανούς
σ΄ένα παιχνίδι
που η αστική δημοκρατία
κατάντησε κωμωδία.