Χάιμε Σβαρτ, Πόλεμος

Ένας αποχαιρετισμός…
ένας αποχωρισμός για πάντα;…
Να πηγαίνεις μακριά…
πολύ μακριά από τη γη σου…
να αφήνεις την πατρίδα σου μέσα
στην καταστροφή και τους
φονικούς βομβαρδισμούς…
είναι ο Πόλεμος!…
είναι ο Πόλεμος!…
παιδιά γυμνά να τρέχουν μέσα στα ναρκοπέδια…
άντρες και γυναίκες ολόγυμνοι
μπροστά στον τρόμο του Πολέμου…
είναι τα Ναπάλμ…
μέσα στους ορυζώνες του Βιετνάμ
που έχουν ήδη ανθίσει…
είναι οι εύφλεκτες βόμβες…
είναι οι βόμβες εμπρησμού που
εκτοξεύουν απ’ τους ουρανούς
δαίμονες με φτερά αμερικάνοι και γάλλοι…
είναι ο Πόλεμος…
είναι ο τρόμος του πολέμου…
είναι ο πόνος μπροστά σε τόση ατιμωρησία…
είναι η σπαρακτική κραυγή μιας
μάνας που χάνει το παιδί της
σ’ αυτό τον άδικο Πόλεμο…
Είναι ο τρόμος που σπέρνει ένας
άγνωστος στρατιωτικός,
που λέγεται
Φράνκο ενάντια σ’ ένα λαό που
λέγεται Ελπίδα…
Είναι η Γκέρνικα που μας φωνάζει
πάνω απ’ τις συνειδήσεις μας…
ο Πόλεμος είναι μια σκληρή
πραγματικότητα στη διάρκεια
όλης της
ανθρώπινης ζωής;…
εμείς θα ψάξουμε γι αυτή την
ακατάδεκτη κόρη που λέγεται
Ειρήνη…
πόσο την αγαπούμε …
απόμακρη κόρη…
αχ εμείς που τόσο παλεύουμε για
την Ειρήνη…
τόσο στην Κολομβία…
όσο στη Μέση Ανατολή…
αχ εμείς που τόσο την ψάχνουμε…
μόνο Ειρήνη και πάλι Ειρήνη…
Όχι στον τρόμο του Πολέμου…
εμείς που τόσο αγωνιζόμαστε για
την Ειρήνη και είδαμε μόνο άλογα
κομματιασμένα από τις βόμβες…
κτίρια τελείως κατεστραμμένα
στη Δαμασκό…
εμείς που τόσο ψάχνουμε την
απόμακρη κόρη της Ειρήνης…
εμείς που κάθε μέρα βλέπουμε να
πεθαίνουν πνιγμένα στο Αιγαίο
και
στη Μεσόγειο χιλιάδες
ανυπεράσπιστα παιδιά,
μανάδες που
ψάχνουν τα παιδιά τους μέσα στα
κύματα της θάλασσας…
αχ θάλασσα…
αχ αιώνιο πέλαγος
πληγωμένο επέστρεψέ μας
ζωντανούς
τόσους σύριους πνιγμένους σ’
αυτές τις κατεστραμμένες ακτές
της Ελλάδας.
Λέσβος πατρίδα ποιητών
και ωραίας ποίησης…
νησί της αλληλεγγύης… ανάμεσα
στους φτωχούς και σ’ αυτούς που
υποφέρουν…
εμείς που αγαπούμε αυτή την
πολυπόθητη Ειρήνη…
Την αυγή και με τ’ αστέρια στο
καθημερινό τους ξύπνημα…
δε θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε
για την Ειρήνη…
Πάντα για τη Ζωή πάντα για την
Ειρήνη ενάντια στον Πόλεμο.

*Μετάφραση: Άννα Καράπα.

Νόα Τίνσελ, Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2023 

Κωστούλα Μάκη

Με μότο ένα ποίημα της Λίλης Μπέτσικα δημοσιευμένο στο περιοδικό Νουμάς 1910 ξεκινά η νέα ποιητική συλλογή της Νόα Τίνσελ [Βάγια Κάλφα], δηλώνοντας τις εκλεκτικές συγγένειες με τις γυναίκες που διεκδίκησαν σε πολύ δύσκολες συνθήκες τη σεξουαλικότητά τους, καθώς και την οικειοποίηση της ταυτότητας της «έκφυλης», αντιστρέφοντάς την με όρους του Ντε Σερτώ. Η ποιήτρια τοποθετείται ιστορικά δίπλα στις αγωνίστριες γυναίκες οι οποίες με εμμονή σε κάθε τύπου στοχοποίηση δεν διστάζουν να περιφρονήσουν και να συγκρουστούν με κάθε «ιερό και όσιο».

«Κόσμε τι κοιτάς; Σου πάτησα
Τα ιερά σου ένα προς ένα
Τις εκκλησίες σου εγώ τις έφτυσα
Και με τ’ άγιο σου ποτήρι
Ήπια και τα πάθη μου άναψα
Τα τρανά κι έκφυλα πάθη»

Εξαρχής, λοιπόν, η ποιήτρια επιθυμεί να διατυπώσει ποιητικά μια πολιτική διακήρυξη-μανιφέστο με ιστορική συνέχεια ως προς τους αγώνες και τις βίαιες περιθωριοποιήσεις των γυναικών στη διάρκεια των χρόνων. Στο μανιφέστο αυτό συνυφαίνεται η φεμινιστική διαπίστωση πως το προσωπικό είναι πολιτικό, ενώ στα ποιήματα της συλλογής το βιωματικό στοιχείο γίνεται πολιτική πράξη αντίστασης χωρίς λυρική ή μελοδραματική διάθεση. Η Κάλφα τοποθετείται απέναντι στον σκοταδισμό της κανονικοποίησης και στους φανατισμένους οπαδούς του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», επιδιώκοντας την ισχυροποίηση της φεμινιστικής αυτονομίας σε όλες τις διαφορετικές εκδοχές ταυτότητας και παράλληλα τη σύγκρουση απέναντι σε όσους/ες προβαίνουν σε κατηγοριοποιήσεις. Το μανιφέστο αυτό έχει ισχύ ποιητική, αφού η ποιήτρια πετυχαίνει αισθητικά την πολιτικότητα με όχημα την ποίηση. Σε άλλη περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό, γεγονός που συμβαίνει συχνά στις κατηγοριοποιήσεις με πολιτικές εγγραφές στην ποίηση, όταν δηλαδή δημιουργούνται διαρκείς κλειστές κατατάξεις, οι οποίες όμως παραμένουν επιφανειακές και καταγγελτικές, αφού δεν πείθουν γιατί απουσιάζει η αισθητική φόρμα και η γλωσσική προϋπόθεση της αρτιότητας που αναμένεται. Οι προθέσεις δεν είναι αρκετές όταν μιλάμε για ποίηση. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά έχω ενστάσεις με αοριστολογικές κατηγοριοποιήσεις περί «γυναικείας ποίησης», «φεμινιστικής» ή «queer». Στις κριτικές αποτιμήσεις συχνά η πολιτική προθετικότητα υποστηρίζει στο πλαίσιο μιας επιφανειακής προοδευτικότητας τέτοιες κατατάξεις, χωρίς όμως σε πολλές περιπτώσεις να τεκμηριώνεται ποιοτικά στο ποιητικό σώμα η συνύπαρξη πολιτικής ριζοσπαστικότητας και ποιητικής αισθητικής. Έτσι κυκλοφορούν ακόμα πολλά ποιητικά κείμενα τα οποία εξαιτίας ενός κενού ηθικά καταγγελτικού λόγου, με την πρόθεση να ενσωματωθούν σε ό,τι ορίζεται γενικά ως «γυναικεία φωνή», καταχωρούνται ως ποίηση χωρίς να είναι.

Στην περίπτωση της παρούσας συλλογής η ποιήτρια εντάσσεταιι με αυτό το έργο της στην έμφυλη πολιτική γενεαλογία της ποίησης με εργαλείο την εκφραστική λιτότητα και χωρίς ευχολόγια ή εύκολες συνθηματολογίες. Τα queer και τα φεμινιστικά στοιχεία παρίστανται σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, η οποία όμως υπερβαίνει τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Κάθε ποίημα περιγράφει τη διαδρομή μιας γυναίκας από το σχολείο μέχρι την ενήλικη ζωή της. Στα ποιήματα σχολιάζονται όσα βίωσε γύρω από τις έμφυλες κοινωνικές προσδοκίες, το συντηρητικό περιβάλλον, τους πρώτους δύσκολους έρωτες με γυναίκες και άντρες, και την ασθένεια του αδερφού. Με εκφραστική λιτότητα κατατίθενται στα περισσότερα ποιήματα οι διαρκείς προσδοκίες των άλλων και οι απαιτήσεις τους να είναι ευγενική, καλή και υπάκουη. Οι τίτλοι των ποιημάτων με κεφαλαία δίνουν το στίγμα, λειτουργώντας ως διαπιστευτήρια απείθειας σε μια συνεχή διαδρομή στην οποία η γυναίκα αρνείται να συμβιβαστεί, ενώ υφίσταται μόνιμη κριτική και απόρριψη. Θα έλεγα πως η ποιητική απόδοση είναι πολύ πιο εύστοχη στα πιο μικρής έκτασης ποιήματα.

ΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΕ Η ΓΙΑΓΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Βγαίνεις μαζί με την προβληματική
Και σε γελάνε.

Το αυτονόητο πόρισμα πως οι λέξεις πληγώνουν, η κατηγοριοποίηση από μικρή ηλικία των παιδιών που διαφοροποιούνται από εξιδανικευμένες εκδοχές παιδικότητας, όντας αλλήθωρα, υπέρβαρα ή γενικά «προβληματικά» δίνουν σε απλή φόρμα το κάδρο των συσσωρευμένων περιορισμών. Τα ρομάντζα των 15 δεν είναι ποτέ τόσο εύκολα όσο συχνά παρουσιάζονται σε ρομαντικές κομεντί, ιδιαίτερα όταν δεν επιβεβαιώνουν τα ετεροφυλικά πρότυπα.

ΡΟΜΑΝΤΖΟ
Η μάνα σου σε λέει ανάπηρη
Εμένα πουτάνα
Εύχεται να με κομματιάσει νταλίκα

Ο αδερφός σου ουρλιάζει
Αν βρεθώ στον δρόμο του
Θα μου σπάσει τα πόδια

Κλαις με λυγμούς-κλείνει η γραμμή

Είμαι 15 και θέλω να πεθάνω

Υπάρχουν σημεία με ευσύνοπτη ειρωνεία και δηλητηριώδη σαρκασμό, όπως για παράδειγμα στο ποίημα: ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ, στο οποίο αναφέρεται πως η απουσία τεκνοποίησης συνοδεύεται από τη μηδενική συνεισφορά σε παιδιά που θα γαλουχηθούν με τα κλασικά πρότυπα εθνικιστικής συνείδησης και θα μεγαλώσουν πηγαίνοντας στις παρελάσεις, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «περηφάνια», «καθαρότητα», «ήρωες», «φυλή». Στο ποίημα δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη ανάμεσα στα «χαμένα ωάρια» που «συντρίβονται στη λεκάνη/Και σκορπίζουν» και στη διάθεση για γραφή. Σαρκάζοντας τον στερεότυπο και την τόσο προφανή μεταφορά της γραφής ως γέννας και δημιουργίας ψύχραιμα και απολαυστικά σχολιάζεται:

Κι εκείνα
Που μου γεννάει το μολύβι
-σωστά τέρατα-
Έχουν εκπαιδευτεί από νωρίς
Στην προδοσία

Οι «τερατογενέσεις» όμως της γραφής είναι αυτές που μπορούν να αντισταθούν στις ηγεμονικές έμφυλες κατασκευές ταυτοτήτων και να παρατάξουν τη διλημματικότητα φύλου και σεξουαλικότητας. Η Κάλφα σχολιάζει όλα τα «πατροναρίσματα» και τις χειραγωγήσεις που εκτυλίσσονται σε άμεση συνάρτηση με την κατασκευή εναλλακτικών εκδοχών αρρενωπότητας. Ο αναρχικός που ερμηνεύει τον Αντόρνο και αποκαλεί τους μπάτσους «μουνόπανα» θα είναι βέβαιος ότι όλες θα επιθυμούν το σεξ μαζί του. Στο ποίημα ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ περιγράφεται η διαδικασία μέσα στην οποία η αντρική ερωτική προσέγγιση περιλαμβάνει πολλές φορές την επιδεικτική προσποίηση της αντρικής ενεργητικότητας απέναντι σε ό,τι ορίζεται παθητική θηλυκή ευαισθησία. Από τη βιαιότητα τέτοιων συμπεριφορών δεν εξαιρούνται οι διανοούμενοι και οι σχέσεις εξουσίας στους ακαδημαϊκούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Στο ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΟΠΗΣ σημειώνεται:

Οι άντρες παλιάς κοπής
Για άλλη μια φορά μου εξηγούν τον κόσμο
Με προειδοποιούν ότι θα βρω χειρότερα

ενώ στο ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ καταγράφονται χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονται και στιγματίζουν τις κινήσεις μιας γυναίκας στους χώρους της γραφής:

Ξέρω από τώρα τι θα κάνουν
Με κάποια σαν εμένα
-γνωστές οι μέθοδοι-
[…]
Αν δεν τους βγει
Ονομάζουν τη δουλειά σου
Ποίηση της σερβιέτας
Μανιφέστο
Εξομολογητική
Σε λένε νευρωτική
Αγάμητη
Λεσβία


Σε κάθε άρνηση να συμπεριφερθούμε σύμφωνα με ό,τι αναμένεται σε όλες τις περιστάσεις το έμφυλο πεδίο επικοινωνίας περιορίζεται και οι προσπάθειες βίαιης συμμόρφωσης/περιθωριοποίησης συνεχίζονται. Το να ταράζεις τους άλλους φαίνεται να είναι μια ιδιότητα μόνιμη για όσες γυναίκες αρνούνται να υιοθετήσουν μια «κανονικοποιημένη» έμφυλη ταυτότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Παρόλ’ αυτά πολιτικά η προτεινόμενη επιλογή που προκύπτει από το ποίημα ΤΑΡΑΖΩ και δίνει και τον τίτλο της ποιητικής συλλογής είναι η επίμονη υποστήριξη και αποδοχή τής μη συμμόρφωσης. Συμπεραίνεται μάλιστα πως «καλύτερα να το είχε κάνει νωρίτερα», να μπορούσε δηλαδή να υποστηρίξει όλες τις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού όσο κι αν ενοχλούσαν. Τελικά η σιωπηρή παρακολούθηση των συστηματικών πιέσεων να «επιτελείς» έναν συγκεκριμένο ρόλο οδηγεί στην ψυχιατρικοποίηση του εαυτού, στην κατάποση ψυχοφαρμάκων και στην αίσθηση μιας μη διαχειρίσιμης πραγματικότητας.

Η Κάλφα δοκιμάζει και παίζει με τα όρια της βιογραφικής γραφής. Δεν έχει όμως σημασία αν είναι η ποιήτρια που μιλά σε κάθε ποίημα ή πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του βιβλίου. Καθώς κατασκευάζεται η δομική ακολουθία των ποιημάτων εύκολα γίνεται αντιληπτό πως οι αναγνώστες/στριες μπορούν να «ταυτιστούν» με τις έμφυλες περιθωριοποιήσεις, αναστοχαζόμενοι/ες τις δικές τους εμπειρίες. Επιπλέον, η έμφυλη διάσταση ενισχύεται ακόμα περισσότερο με ταξικά στοιχεία. Η επιθυμία των γονιών για κοινωνική εξέλιξη μέσω της γνώσης, η φτώχεια ως στίγμα που δεν επιτρέπεται να αρθρωθεί ούτε καν στα ποιήματα, ο αγώνας για επιβίωση και η αρρώστια αγαπημένων προσώπων επιτονίζουν τις έμφυλες υποκειμενικότητες, κάνοντας δύσκολη τη διαχείριση της καθημερινότητας. Η εμπειρία της Κάλφα στις φεμινιστικές θεωρίες έχει συντελέσει νομίζω στον πλουραλισμό των ποιητικών φωνών και συμβάντων της συλλογής.

Αναστάσιος Δρίβας, Μια δέσμη αχτίδες στο νερό

Αντικείμενα μαύρα, σκληρά
και το μάτι να τρέμει.
Δειλινή μια φωτιά σιγοτρέμει
σα φωνή στο κενό σα φτερά.

Στο ποτήρι το χρώμα βαθύ
ξαλαφρώνει το νου μου
κι η παλέττα του γκρίζου ουρανού μου
σ’ ένα φως μυστικό θα βρεθεί.

*Από τη σειρά ποιημάτων του Αναστασίου Δρίβα ”Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, πρώτη δημοσίευση περιοδικό ”Κύκλος”, τεύχος 8-9, Οκτώβρης – Νοέμβρης 1933. Περιλαμβάνεται στην επιλογή ποιημάτων του Αναστασίου Δρίβα ”Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, Πρόσπερος 1978.

ένα έτσι, στις μοναξιές μας ισορροπεί ο κόσμος

στις μοναξιές μας ισορροπεί ο κόσμος
στα βλέμματά μας τα ανέγγιχτα
στα χέρια μας τα κομμένα
στις πυρκαγιές και στις πλημμύρες
τόσων και τόσων ανέκφραστων συναισθημάτων

στην μοναξιά μου ισορροπώ και γω
διαφορετικά
θα είχα κιόλας γκρεμιστεί
στην κόλαση της αγάπης
όλων αυτών των καλών και τίμιων ανθρώπων

Κατερίνα Φλωρά, Ανήμποροι 

Αμήχανο μούδιασμα
στη θέα του ασύλληπτου
επανάληψη τραγικότητας
σκόπιμη αναλγησία

Στο μικρόκοσμο παράλληλα συνυπάρχουμε
μακριά κι όμως σιμά στην τραγωδία
του άλλου, του κόσμου, του μέσα μας

Σαν η απώλεια γίνει οικεία
ένα μέρος μας χάνεται κι αυτό
στη σχισμή της μικρής μας παντοδυναμίας

Βάσω Χριστοδούλου, Κάνε με

αναπνέω

μια θλίψη με μαύρα μαλλιά
-τα αγαπημένα σου
νύχια που σκάβουν το χώμα
να βρουν τίποτα
σάρκα
μελανιές
τρίχες γυρνάνε προς τα μέσα
αφιλόξενο έξω
-λείπουν τα χέρια σου
σκεύρωσε το κορμί μου
μαθημένο εμβρυακή στάση
ο τοίχος μετωπική απειλή
στο διπλανό δωμάτιο ανταγωνίζεσαι
το χτεσινό ξενύχτι
ό,τι ακούς βρίσκει τις φλέβες μου
γροθιά και κόμπος
κάθε που ανστενάζεις
σφίγγω τα χείλη να μη σε φωνάξω
το μαξιλάρι σου πληρώνει τον εγωισμό
ο καθένας μόνος περνάμε το ρεπό σου
χθες βράδυ έλειπες μαζί
έγινε νύχτα
τα χείλη μου αφίλητη εκκρεμότητα
μην τολμήσεις και κλάψεις

κάνε με

*Από τη συλλογή “κάνε με”, εκδ. Καζανάκι, Μάιος 2023.

Δημήτρης Βούλγαρης, Οι ένοικοι των ημερών

Πάλι τα ίδια πουλιά μουρμουρίζουν
Θλιμμένες νυχτερινές συμφωνίες
Στα άγνωστα πρόσωπα
Που πια δεν ρωτούν για τίποτα
Κι όμως κοπιάζουν και κινούνται.

Όσοι δεν πρόλαβαν
Πλέον σιωπούν
Κάτω απ’ το κόκκινο νέφος μιας πόλης
Που τρεμοπαίζει επιδεικτικά τα βλέφαρα
Στους ανώνυμους ενοίκους των ημερών.

Νομίζω πως δεν έφτασα ακόμα
Κι ας έχω μες στα χέρια μου σημάδια
Από τον χρόνο που πέρασε με στόμφο
Και φύτρωσε αμφιβολίες στα όνειρα.

Σαν να μη χορταίνει ζωή ο καιρός
Και υπενθυμίζει μονίμως θανάτους
Που πηγαινοέρχονται βιαστικά.
Δεν βρίσκει φως
Ο δρόμος να συνεχίσει
Και περιορίζει τα γεγονότα σε καταναγκαστικό κύκλο.

Πριν ξημερώσει
Κάποιος θα σηκώσει το κεφάλι στον ουρανό
Και θα γνέψει καταφατικά.

Αργότερα
Πολλοί θα πουν πως αυτοκτόνησε.

*Από τη συλλογή “Οι ένοικοι των ημερών”, εκδ. Σμίλη, 2023.

Αργύρης Χιόνης, Μουσική

Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός θεός τα ‘φραξε με μεδούλι
Τα ‘θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους κι είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ’ τα πλαδαρά κορμιά μας
Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πως μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική.

Ρογήρος Δέξτερ, De Vita Et Morte

Pseudo~Blues

[prose song “written on a toilet roll”]

•αυτό
Που “σέρνεται μέσα μου σα φίδι”
Νιώθω πως πρέπει νά ‘ναι θάνατος• ή
Έστω [ορθή επανάληψη : ] φόβος
Θανάτου• που
Βγάζει νύχια
Και δόντια
Και κραυγές• τις νύχτες
Και τα οδοντωτά
Ζεστά μεσημέρια τού καλοκαιριού• τις
Ακριβές ώρες
Που μια κόρη βρέχει
Τα τριαντάφυλλα στον κήπο της
Μουρμουρίζοντας παλιά τραγούδια
Τής ρεματιάς• τής φυλλωσιάς• τού δάσους• όταν
Κάποιος λιάζεται αμέριμνος [λες και
Δεν υπάρχουν
Δυστυχίες και βάσανα• ή μάλλον
Ακριβώς επειδή υπάρχουν• οπότε ; ]• κάτω
Απ’ τό δέντρο
Που γλύτωσε απ’ τους ξυλοκόπους•
Και όπου τρεις γάτες ανέβηκαν
Της οικογένειας Στουπάθη• η μία
Μετά την άλλη• στα πιο ψηλά κλαδιά•
Μήπως ματιάσουν αλλιώτικα
Τον κόσμο• και
Ένα μικρό σαλιγκάρι
Διασχίζει αργά και ατάραχα
Δίχως ζιγκ ζαγκ
Την άσφαλτο
Αψηφώντας τα τροχοφόρα
Σαν τέρατα• καθώς
Δυο ζευγάρια φιλιούνται με πάθος
Στο σταυροδρόμι
Πριν χαιρετηθούν βιαστικά και τρέξουν
Να συναντήσουν άλλους εραστές τους•
Και όσα γύρευαν καιρό να ξεχαστούν
Στο πέρασμα του αιώνα
Στο κατρακύλισμα του χρόνου
Στήνουν πρόσωπο μπροστά μας•
Να μας δικάσουν στη σάρκα
Να μας συντρίψουν στην καρδιά• βέβαια
Πίσω από τα λάθη
Και τις συγκυρίες
Και τις μηχανές
Θα κρύβονται πάντοτε οι φίλοι
Και όποιοι ζεστάθηκαν στον κόρφο
Μας• που φιλοσοφούν σε μια τρίχα•
Που λογοφέρνουν
Για το πόσοι
Άγγελοι στρογγυλοκάθονται
Στο μάτι μιας βελόνας• που
Ύστερα χαχανίζουν φτιαγμένοι
Από λόγια παχιά
Και έργα που δεν περιγράφονται
Βλέποντας εμάς να θαλασσώνουμε• να
Πελαγώνουμε• να βουλιάζουμε•
Στ’ ανοιχτά• στα υψηλά• στα βαθιά• και
Να πνιγόμαστε•
Στον πικρό καφέ
Σε κάτι τσιγάρα μαύρα
Ψωνισμένα από την Οδό Σβ.
Σε κάτι φλογερά ποτά
Που οι πάντες γνωρίζουν
Στα κεράσματα• ωσ-
Τόσο ο θάνατος•
Φαντάζει σχεδόν βέβαιο•
Λανθάνει σ’ αυτό το σώμα• είναι
Ο κακός βραχνάς στον ύπνο
Τα μεσάνυχτα• και
Παραέξω
Ο φερτάκιας γείτονας
Που εν έτει δύο χιλιάδες είκοσι
Και βάλε
Δε διστάζει να καρφώνει τα βήματά
Μας• ο
“Μπας κ’ είναι δω ~ μπας κ’ είναι κει”
Μπατσοσυκλετιστής σε χάρβαλα
Σκελάστρες
Που ψάχνει καλές αφορμές
Για το “σώσε”
Έξω από σκυλοστέκια και ντουπό-
Τοπους• και
Ας μην έχεις πάνω σου ούτε δράμι
Από-
Για να κάνεις επιτέλους κεφάλι• αλλά εκείνος•
Άκου πράγματα• έτσι καυλώνει• χωρίς
Πολλά μου-σου-του•
Σε δεματιάζει στο γιουδάδικο• ο
Θάνατος λέμε• που έρχεται
Και δεν έρχεται• που δε φεύγει
Και όλο παίρνει το φευγιό του• αντί
Να λυτρώσει τους δυστυχισμένους
Από μια ζωή που γίνεται αβάσταχτη•
Από το πλήθος των νεκρο-
Ζώντανων
Που κουνάνε μαντίλι στο δρόμο
Γιατί δε θυμούνται πια
Ότι έχουν πεθάνει•

*

δεν έχει εδώ φεγγάρι στη ρεματιά•

•το σκέφτηκα• να έγραφα δυο λόγια
Για τον τάδε [ γνωστό
Εξ ακοής μονάχα και από μακριά
Σα φήμη]• καλό παιδί•
Καθώς λέγαν στην παλιόπολη• αλλά
Καταφερτζής και ακριδάτος•
Που μπήκε• μέσα για μέσα • στη στενή
Για την κονόμα• που τόσα λαχάνεψε
Απ’ την τράπεζα
Λέγοντας• κάθε φορά που τα βουτούσε
Λίγα λίγα• νά κι αν θα με πάρουν
Μυρωδιά• νά κι αν θα με τσιμπήσουν
Οι γιουδαίοι• φτάνει να τα βουτήξω
Εγώ και όσο τη βγάλω• πως
Πιο μετά στα σίδερα
Τον ξέσκισαν κάτι καθίκια φυλακόβιοι•
Ενώ οι ακοίμητοι φρουροί έπαιρναν
Μάτι• κι αυτός κρεμάστηκε ύστερα
Με το σεντόνι στο κελί του• όμως
Για τέτοια
Και άλλα πολλά παρόμοια και ωμά
Είχαμε πει να μην ξαναμιλήσουμε•
Αφού δεν κάνουν καθόλου
Για τα δικά σας μάτια και αφτιά
Από βούτυρο•

Οκτάι Ριφάτ (1914-1988), Ποιήματα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ

Στο μονοπάτι του λόφου
μια γυναίκα στα λευκά κατεβαίνει προς τον σταθμό,
θα πάρει το τρένο και θα φύγει,
θα διασχίσει τα νερά με το φέρι,
θα κάνει ψώνια και θα σεργιανίσει,
θα γυρίσει στο σπίτι
απ’ το μονοπάτι του λόφου,
κι όπως το πλοίο στη θάλασσα ή το τρένο στη στέπα
θ’ αφήσει πίσω της ένα ίχνος
από αφρό ή καπνό
μέσα στον ωκεανό των ανθρώπων
φτιαγμένο από αναμνήσεις.

*

Η ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Η νεαρή τσιγγάνα που πουλάει λουλούδια
έχει βρώμικα χέρια και πόδια,
καπνίζει,
τα λουλούδια της μυρίζουν τσιγάρο,
και καθώς μιλάμε κρατά τα τριαντάφυλλα
με το μακρύ τους κοτσάνι ανάμεσά μας,
ένα ανοιξιάτικο σύννεφο ακριβώς
από πάνω μας
κι ο ουρανός
απίστευτα γαλάζιος.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Το κορίτσι τραυλίζει, το αγόρι κουτσαίνει
ο πλατύς ουρανός έχει το πιο γαλανό γαλάζιο-
αυτές οι μεγάλες μέρες του καλοκαιριού.

*

ΤΟ ΡΟΖ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ

Κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι
στρογγυλό στόμα, σουφρωμένη μύτη.
Καθισμένα σταυροπόδι στο κατάστρωμα –
φυσά και καθώς τους ρίχνεις κλέφτες ματιές
η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή.
Αχ, Ιστανμπούλ, γερο-διάολος που ‘σαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βολτες και παιχνίδια.
Κρατώ μια πετονιά με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Τουργκούτ
και βρίσκομαι ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι τόνους.
Δεν πήγα ποτέ στον τάφο του Ορχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
κι ούτε θέλω.
Μια φρέσκια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί’
θα ‘ναι ‘κεί; – ποιος ξέρει!
Θ’ αγναντεύει τη θάλασσα και θα πίνει τη ρακή του.
Από την προκυμαία μ’ ένα σάλτο βουτώ στο νερό-
από κάτω ψάρια
από πάνω σύννεφα.
Κύμα το κύμα ο Βόσπορος θέλει να με καταπιεί,
κι εγώ συνεχίζω κολυμπώντας προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Θεριανός.