Αντιγόνη Κατσαδήμα, Τρία ποιήματα

ΜΕΤΡΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Έχει χιονίσει και σουρουπώσει,
πιασμένοι χέρι χέρι ανεβαίνουμε τα σκαλιά
για το φαρμακείο της γειτονιάς.

Από τις αναμνήσεις που δεν επαναλαβάνονται
και μας ξεγλίστρησαν όταν το χιόνι έλιωσε
λυτρώνει μόνο η αίσθηση ότι μας συνέβησαν.

Είναι άνοιξη και ο σκύλος με δάγκωσε,
με τις βελούδινες γλώσσες της βυσσινί φούστας
πάω προς το φαρμακείο στο Σύνταγμα.

Το απρόοπτο μου άλλαξε το δρομολόγιο
κι ακύρωσε τις βλέψεις για εσπερινή ψυχαγωγία,
το σώμα ήθελε παύση καθηκόντων.

Αν υπάρξει παντού μετρό, η μνήμη
από την αίσθηση που δεν αγγίζεται
και δεν τη φέρνει πίσω κανένα φαρμακείο δαγκώνει.

Αν όλα ταυτιστούν με το ένα και εμπορικό,
η πόλη σε κάθε επιγραφή νέον στην πλατεία
είναι το Μετρό Σύνταγμα που αναπαράγεται.

*

ΣΑΣ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ, ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Όταν ήρθα στη ζωή σας,
επαινέσατε τη λαμπερή καθαρή μου όψη,
την ταχύτητα αποστάσεων και συχνότητας
των δρομολογίων προς όλες τις κατευθύνσεις,
ήμασταν στην εποχή της λειτουργικότητας
κι εγώ σας έδινα την υπόσχεση,
ως το συλλογικό σας μέσο
έφερνα τη νέα τάξη πραγμάτων
που ακόμη δεν είχατε εμπεδώσει
σε σχέση με το κέρδος και την ανάπτυξη,
μετά, ήρθαν οι άστεγοι
και κρύφτηκαν απ’ τα φώτα μου
μην χαθούν οι διεθνείς προβολές της πόλης,
τα εκδοτήρια των εισιτηρίων έγιναν κέντρα
συλλογής πληροφοριών ΑΜΚΑ,
άρχισα να δυσκολεύω τις γενιές της επιτήρησης
ενώ ήθελαν τον νέο τρόπο ζωής,
μετέφεραν το κολατσιό σε καλαίσθητα τσαντάκια,
αλλά δεν είχαν πληροφορηθεί τις ξερές τακτικές,
πώς η επιθυμία γίνεται τυραννία,
καύσιμα υπάρχουν και θα πρέπει να τα πληρώσετε,
αυτό σας το υπόσχομαι ακόμα,
η πνοή αλλαγής που θα γκρέμιζε τα ήθη
μαζί και το καλάθι της πείνας
έρχεται με τις πορείες, το δικαίωμα
οι πολίτες να βγαίνουν στις στάσεις Πανεπιστήμιο
και Σύνταγμα, έξοδος Μεγάλη Βρετάνια,
μόνο που εγώ είμαι ένα μέσο και όχι το κράτος,
σας γελάσανε τα νέα σας καθίσματα,
η νοοτροπία είναι εκείνη η παλιά,
το Μετρό είμαι μια ακόμη βιτρίνα
του αντικοινωνικού κράτους με μηνιαίες κάρτες,
έτσι να στάζει λίγο ένα μικρό δικαίωμα
όπως το κερί σε ένα αυγό μάτι που δεν τρώγεται
κι ανοίγει μόνο την όρεξη, φαινομενικά.

*

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ, ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ

Είμαι το παρελθόν σας
που δεν διαλύεται με το πρωινό σας χάπι,
μεταμφιέζομαι σε μερικά υπόστεγα εφηβείας,
στο απροειδοποίητο τεστ στα μαθηματικά,
στο άγχος και το πρώτο σας φιλί,
είμαι ο ασθενής των μεταφορών,
μπαίνουν μέσα όλοι, μετανάστες,
καροτσάκια με μωρά, επαίτες, άνθρωποι
με βήχα και κινητικά προβλήματα,
δεν εξαιρείται κανείς από το δικαίωμα
στη μετακίνηση και οι φύλακες
λοξοκοιτούν όταν τρώτε και σκορπίζετε
ψίχουλα στην αποβάθρα ή το διάδρομο,
τα δικά σας περήφανα απομεινάρια,
εγώ είμαι η παλιά τάξη πραγμάτων,
το αποστεωμένο κι η βρισιά σας,
το σημειωματάριο που δεν πετάξατε,
το έπιπλο με τα γδαρσίματα,
το ρούχο με τις τρύπες στη μασχάλη.
Δεν είπα ψέματα, δεν έπεισα ποτέ
ότι είμαι κάτι το εξαιρετικό των ημερών σας.
Δυστυχώς επτωχεύσαμεν
θα ήθελα να σας πω, ο Ηλεκτρικός σας,
το μέσο της περιφρόνησης που σας δείχνει
ανθρωπιά και ανεκτικότητα,
χωρίς μοντέρνα φώτα και καθίσματα,
το λυπημένο σας πρόσωπο
σε κάποιον που δεν αλλάζει ζωή
ούτε δρομολόγιο έτσι ξαφνικά,
είμαι η ιστορία της πόλης και μια μέρα της,
για τα πάθη και τους καυγάδες, τις κλεψιές
και τις απάτες για μικροπράγματα,
δεν θέλω ούτε να σας ξέρω,
εσάς τους νομοταγείς κυρίους του Μετρό,
που δεν λέτε καλημέρα, χτυπάτε κάρτα
αμήχανα όπως το πέρασμά σας
στους δύο κόσμους της πόλης.
Η ντροπή δεν έφερε κανέναν στα όριά του
για να ξεκινήσει το μεγάλο ξερίζωμα
και να σταματήσει το γκέτο να είναι πικρό δέρμα.

Βερονίκη Δαλακούρα, Ερείπια πόλης

Στον τόπο που τελευταία επισκέπτομαι, τα γκρεμισμένα σπίτια ορθώνονται σιωπηλά την νύχτα. Ζητούν κήπους, κερδίζουν το χορτάρι, τα φυτά, άνθη την μυστική εποχή του έτους. Είναι ένα στοίχημα που όταν παιζόταν, χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε ότι είχε ήδη κερδηθεί. Ένας πλανήτης ζωντανών που τον επισκέπτονται κάτοικοι μιάς διάστασης διαφορετικής από εκείνη που μαγκώνεται απ’ την αναπηρία.

Την πόλη μου οργώνουν άροτρα· ξεριζώνουν πέτρες, τις ρίζες γιγάντιων κισσών. Εδώ ζωή είναι τα σκουλήκια- Πρωτέας που αργοπορεί σε σχήμα κύκλου. Οι θόρυβοι παύουν με τη δύση. Η ανατολή συγκρούεται με τα κλειστά παράθυρα.

Καιρό το τρέμουλο στο βάδισμα δε μ’ άφηνε να δω τις διαβρωμένες όψεις των κτιρίων. Κάποια απ’ αυτά σωριάζονταν.

Το βιβλίο ανοίγει, έπειτα κλείνει με τους λυγμούς τού αναγνώστη.

Στην τρέλα της αρχής οφείλουν τον νεκρό που επισκέπτεται αυτή την πόλη.

*Aπό την συλλογή “Καρναβαλιστής”, Κέδρος, 2011.

Ευαγγελία Τάτση, Γιατί οι Θεοί που χάθηκαν για να μην τους συντρίψουμε δεν υπάρχουν

Αυτά όλα έγιναν καιρό πριν
ένας Θεός απ’ όλους τους Θεούς
είπε πως δεν υπάρχουν πολλοί Θεοί στην πραγματικότητα
και πως μόνο αν υπάρχει ένας
υπάρχουν κι άλλοι
αντίθετα – είπε- αν ο ένας Θεός δεν υπάρχει
κανένας Θεός δεν υπάρχει.

Κι αν δεν υπάρχει Θεός τι υπάρχει;
Σκοτάδι μόνο και άγριοι βράχοι
άγρια πουλιά και σωθικά ανθρώπων
δίχως των ανθρώπων τη φλόγα

Θεός δίχως των ανθρώπων τη φλόγα
είναι καλύτερα
-είπαν τότε οι Θεοί –
οι πολλοί και ο ένας.

Κι αν δεν υπάρχει Θεός τι υπάρχει;
Η εξουσία χωρίς τη φλόγα των ανθρώπων

Κι άρχισαν οι Θεοί να χάνονται και να λιώνουν
όπως το χιόνι στους βράχους
-που κρέμονταν τα σωθικά μας
μήνα Αύγουστο- .

Χωρίς Θεούς ο Προμηθέας
ένα κουφάρι άδειο
θα μείνει – είπαν
κι άρχισαν οι Θεοί να λιώνουν.

Ο ένας – όλοι οι Θεοί- γνώριζαν πια πως δεν υπάρχουν
και πως υπάρχουν μόνο
άνθρωποι κρεμασμένοι στα βράχια
μήνα Αύγουστο
στα βράχια και Φλεβάρη
και τους καλάρεσε
για πάντα να υπάρχει
ό,τι δεν υπάρχει
και για πάντα άνθρωποι
μισοφαγωμένα μαρτύρια.

Μα απ’ τους ανθρώπους κάποιοι έλεγαν
τα ονόματα των πραγμάτων.
Θεό έλεγαν την εξουσία του
και έλεγαν φωτιά την συντριβή της.

Κάποιοι που δεν είχαν Θεό.

Ένας ντελιβεράς
ένας σερβιτόρος
μία νεκρή γυναίκα
το πνιγμένο παιδί της
ένας εργάτης
ένας Αφγανός
ο Ζακ
μια νεκρή γυναίκα
ο Παύλος.

Ένας

Προμηθέας που ζει στη γειτονιά μου
κι η εξουσία ξέρει πάντα να σταυρώνει
σαν ειμαρμένη σκαρφαλώνει στην ποδιά μου
κι ένας Καύκασος κάθε στιγμή φυτρώνει.

Lawrence Ferlinghetti, Το Κάστρο του Κάφκα

Το Κάστρο του Κάφκα στέκεται πάνω από τον κόσμο
σαν μια τελευταία φυλακή.
του Μυστηρίου της Ύπαρξης
Οι τυφλές προσεγγίσεις του μας μπερδεύουν.
Απότομα μονοπάτια
δεν βυθίζονται πουθενά από αυτό.
Ο δρόμος ακτινοβολεί στον αέρα.
όπως ο λαβύρινθος των καλωδίων
ενός τηλεφωνικού κέντρου
μέσω του οποίου γίνονται όλες οι κλήσεις
απείρως μη ανιχνεύσιμες
Εκεί πάνω…
ο καιρός είναι παραδεισένιος.
Οι ψυχές χορεύουν ξεγυμνωμένες
μαζί
και σαν περιπλανώμενοι
στις παρυφές ενός πανηγυριού
χαζεύουμε το άπιαστο
φανταστικό μυστήριο
Ωστόσο, μακριά στην άλλη πλευρά…
σαν την πόρτα της σκηνής ενός τσίρκου
είναι ένα ευρύ, ευρύ άνοιγμα στις πολεμίστρες
όπου ακόμα και οι ελέφαντες
χορεύουν μέσα από αυτά

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα (1947-2023), Έρχου

και έρχου νότε
Αεί ωραία
Μια υποψία παιδιού
μια σπασμένη μετώπη ένα ακροκέραμο
-νάμαν πουλί να πέταγα –
το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο
-υπάρχω ακόμη;
Δελφίνια αγγίζονται απαλά
κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου
απέραντο ασήμι
κεντρίζει
τη ναρκωμένη μνήμη
Ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες
καθώς κοιτάς τούς φοίνικες
τα περιστέρια
να ερωτεύονται στον άνεμο
Η θάλασσα
αεί
ωραία
ην και εστίν και έσται

2.3.2002

*Από τη συλλογή “Έρχου”, εκδ. Αφή, 2011.

Dina Kafiris, In Giving 

Give me love,

I will give you bread and water to calm a bellowing gut
that despairs over rumours of drought.

Give me books,

I will give you clothes to comfort weather-beaten bones
bruised by the cold bite that grinds humour dry.

Give me music and dance,

I will give you soap to scrub tired hands gashed by a barren soil
that once fed a village mocked for their jolly bellies.

Give me art,

I will give you local beauty, a muse excused from love,
bartered in a bar brawl to fill a father’s empty pockets.

Give me a bed,

I will give you visions to nurture a starving imagination
wounded by the isolation of a land and its apocalypse.

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Τι θα έλεγε αυτός ο άντρας

Κι έτσι όπως γέρνει το φεγγάρι στους ώμους σου
και των δοντιών σου η σειρά αστράφτει στο σκοτάδι
γυναίκα θα σε πω
θα εννοώ όμως ύαινα
που οσμίστηκε τη λεία της και πλησιάζει.

*Από τη συλλογή «Τα καθημερινά βάραθρα», εκδ. Κοράλλι (σελ. 52).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ο Ορφέας στον Άδη

Υπήρξε ένας καιρός
που μες στη γλώσσα σ’ έβρισκα
ευκολότερα
από ότι με τη γλώσσα·
απέναντι
εικόνες που γράφονταν
αυτοφυείς
δίχως εντολοδόχους
ποίηση που χτιζόταν με την αγωνία της ύπαρξης
και όχι εξ αιτίας της·
και τα τετέλεσται των ανίσχυρων
που διέθεταν την εξουσία
των ισχυρών.
Θα βρω με μιας
πώς στροβιλίζεται η σκόνη εκείνη
που υποφέρει
σαν τον Ορφέα στον Άδη
ή σαν το Ρόδινο Ταττού·
εκεί έχω αφήσει
από τα νιάτα μου
μια ψύχρα,
που τώρα θα ‘ταν αν την είχα
ένα ποτάμι λάβας συνεχές
ή έστω αυτός ο στεναγμός
που μου χρωστάς
όπως με βλέπεις να γέρνω αδιαμαρτύρητα
στην έλξη τη χθόνια ολοένα
υπακούοντας,_

17/12/2019

*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες”.
**Το ποίημα είναι αναφορά σε δυο θεατρικά έργα του Τένεσι Ουίλιαμς: “Orpheus Descending” (O Ορφέας στον Άδη) και “Rose Tattoo” (Τριαντάφυλλο στο Στήθος).

Χρήστος Κεραμίδης, Αζύγωτες ακρογιαλιές 

Στις αζύγωτες ακρογιαλιές του Αϊ Στράτη
—γυμνές τώρα από ανθρώπινα ίχνη—
λευτέρωσα το κορμί και την ψυχή μου.
Είδα τους πολιτικούς κρατούμενους να συνομιλούν με τους
ψαράδες.

Όχι τίποτε σπουδαίο.
Ζητήματα καθημερινά του μόχθου και της βιοπάλης.
Μιλούσαν με τα μικρά τους ονόματα.
Ύστερα ήρθαν τα καράβια και τους πήραν.
Δεν ήξερα για πού.

Ξάπλωσα στη λευκή άμμο,
κοιτάζοντας τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Άκουγα το πρωτόγνωρο τραγούδι των πουλιών
μιας Άγονης γραμμής.

(Ανέκδοτο) 11/11/2023