Roger Robinson, Ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Οι Τζαμαϊκανές του Μπρίξτον είναι ώριμες
και μοιάζουν με τα κορίτσια που ζωγράφιζε ο Ρούμπενς.
Στενάζουν οι ραφές των τζιν παντελονιών τους
που τ΄ αγοράζουν στα βασικά πάντοτε χρώματα.
Οι τεράστιοι χρυσοί κρίκοι στ’ αυτιά τους
κάνουν τους λοβούς τους να κρέμονται.
Μια ολόκληρη αίθουσα χορού κρύβεται
στον ρυθμό των γοφών τους,
τα κρουστά ηχούν στον τρόπο που μιλάνε.
Τα μπλουζάκια τους είναι κοντά
κι από κάτω ξεχειλίζει
μια γυαλιστερή κοιλιά του Βούδα.
Περιμένουν στην ουρά στέλνοντας μηνύματα,
δεν σηκώνουν το κεφάλι παρά μόνο για να δουν
την κόκκινη λάμψη του λεωφορείου,
καθώς η κάψα του καλοκαιριού
στεγνώνει σιγά σιγά την υγρή γυαλάδα
πάνω στα σουφρωμένα χείλη τους.

*

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Αλουμινόχαρτο
Κομμάτια αλουμινόχαρτο από κρακ,
νιφάδες που τρίζουν σαν το χαλίκι
κάτω απ’ τη γέφυρα του τρένου.

Παγωνιά
Στο Μπρίξτον Χιλ
οι πόρνες φυσάνε παγωνιά
μες στα χέρια τους

Πατούσες
Οι ρέιβερς στο Μπρίξτον
με γυμνά πόδοα, μαύρες πατούσες και τα ψηλοτάκουνα
στο χέρι, παραπατάνε.

Εκκλησία
Νιγηριανές
με τις μαντίλες τους ολόκληρα γλυπτά
βγαίνουν απ’ την εκκλησία με το κεφάλι ψηλά.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα, 2023.
**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Leave a comment