5.
Μονόλιθοι σκεπάζουν όλες τις εκπλήξεις της γης και ο ουρανός είναι γκρίζος και δεν μιλάει σε κανέναν.
Τα δοξάρια γίνονται πολλά και στην τριβή τους με τις χορδές βγάζουν σπινθήρες δίχως μνήμη.
Στον αδειανό ρυθμό της πόρτας σηκώνεται βαριά η περιπέτεια της σκόνης.
Φεύγω από το ένα δωμάτιο του σπιτιού και μπαίνω στο άλλο. Σέρνοντας το βήμα μου φτάνω στο ασθενικό δάσος του δωματίου και σαστισμένος κοιτάζω τα πουλιά που λιώνουν…
Εκεί, σε αυτό το δάσος διαλέγουν να λιώνουν τα πουλιά.
Εκεί κι εγώ ανάμεσα στα πένθιμα καχεκτικά δένδρα περπατάω αργός άνθρωπος δίχως όψη και όνομα…
Τελικά βάζω να παίξουν οι Genesis στο πικάπ και τους ακούω σαν γυμνό καλώδιο.
*
14
Το σπίτι μου στο Λίνκουιτς πριν φορέσει τις γεναιόδωρες αρκούδες του είναι δύο βραστά αυγά δίχως αλεξικέραυνο.
Με χάρη στριγγλιές δυσλεκτικών παιδιών τρυπούν τα κλειστά παράθυρά του ανοίγοντας απροσέγγιστες διώρυγες.
Το σώμα είναι τα κόκαλα όταν αλλάζουν βλέμμα.
Το περπάτημα είναι η κίνηση των ποδιών καθώς συγκρούονται μ’ ένα χαμηλό φρένο από τσάι.
Η νύχτα είναι το δάσος από φυστίκια υπερήρωες.
Επικοί αποπροσανατολισμοί αυλακώνουν το κούτελό μου.
Το σάλιο στη γλώσσα μου γίνεται αργό, και ακριβώς δίπλα μου ο καπετάνιος με την μπιφτέκι καρδιά χρωματίζει και διευθετεί με παγκόσμιο ηλεκτρισμό όλα τα ξέμπαρκα αυτού του κόσμου.
Δεν είναι που τα μπούτια της πουτάνας γέμισαν ομιλητικά σπυράκια.
Δεν είναι που το σκηνικό μετατοπίζεται και το σπίτι μου στο Λίνκουιτς και όλες οι ανακρίβειές του πάνε πιο πέρα.
Είναι που τελικά μεσάνυχτα αποδώ και αποκεί το φύλλωμα του ηλιακού σκορπιού πλένει όπως Χριστός τα πόδια μου και πάλι.
*“Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου (Η ιστορία με λόγια και χωρίς λόγια)”, εκδ. Φαρφουλάς, 2023.
