Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

Ένας ποιητής το 1960, Α΄

– Ο ποιητής έρχεται.
– Καλώς τονε· λοιπόν;
– Ο ποιητής φεύγει.
– Λοιπόν; Καλό ταξίδι.
– Του ποιητή οι νύχτες είναι δάσος
που μόλις μπαίνει κάτω από τα δέντρα του
το δάσος παραδόξως παίρνει πυρκαγιά.
– Να πάρει λουμινάλ να κοιμηθεί.
– Ο ποιητής καίγεται.
– Έπαιζε ανέκαθεν μʼ ευφλέκτους ύλας·
Λυπούμεθα, αλλά το ʼξερε:
Οι φίλοι του δεν ήταν πυροσβέστες.
Ο ποιητής πεθαίνει· πέθανε.
Λυπούμεθα· να νεκρολογηθεί.
Στείλτε στην κηδεία του λουλούδια φυσικά
κι ας τελειώνουμε·
οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους
αφού ο ποιητής πέθανε.
Εμείς ακόμα συνεχίζουμε:
Έχουμε φεστιβάλ ελληνικών ταινιών
έχουμε τον «καημό της ρωμιοσύνης»
την Κάλλας στην Επίδαυρο
την Ίλια που «Ποτέ την Κυριακή»
τον Κένεντι στα πρόθυρα.
Συνελόντι ειπείν
είμεθα
Α – πη – σχο – λη – μέ – νοι.

*

Δ΄, (Μονόλογος)

Δεν με ξυπνήσαν αύρες απαλές ποτέ·
τυφώνες άνοιγαν με πάταγο τα τζάμια
κι έσπαζαν άγρια τον ύπνο μου.
Άστραψαν άγριες αυγές μες στα όνειρά μου
και με πετάξαν έξω απʼ το κρεβάτι
με την ψυχή στα δόντια.

Τώρα λοιπόν μη μου μιλάτε
για τη βέβαιη ροδοδάκτυλη ηώ
που μουσική και ηριγένεια αύριο
θα εγγίσει τα κλειστά μου βλέφαρα σα θρόισμα
γιʼ αυτά
και για τις άλλες σχετικές ρομαντικές αηδίες.

Leave a comment