Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή
στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα
παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου στο πάτωμα
χάμω. Σκαλωμένη η κάλτσα της, σ’ έναν τόμο της
Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ, στο κομοδίνο.
Η βουή -απ’ όξω- της μεγαλούπολης, μία λογοτεχνία
αστυνομοκρατούμενη.
– Θοδωρή;
– Ε! της κάνω
– Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ’ όνομά σου…
Μια χαρά! Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το
«τίποτα» με βαστάει στη ζωή μπορεί και μια ολάκερη εβδομάδα.
