ΣΑΝ ΚΑΣΚΑΝΤΕΡ
Θάλασσα πάλι όπως πάντα
την περπατώ ώς τη γραμμή του ορίζοντα
βήματα στον αφρό ή χαμοπέταγμα σαν γλαροπούλι
εγώ διπλή: και στο παράθυρο και επί των κυμμάτων.
Ξάφνου το ανεπίστρεπτο της αναχώρησης
κατάδυση σε μπλε βαθύ σκοτάδι
πόδι μετέωρο – το απόλυτο κενό
σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί
την ίδια του την πτώση στην οθόνη
*
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Καιρό είχα να τη δω και να που μου ήλθε πάλι
“το ποίημά σου”, έλεγε, “το ποίημα δεν το είπες”
και αχ! Πώς να το πω που με βαραίνει ο ύπνος
εσύ δεν είσαι εδώ να με χτενίσεις
δεν μού ‘βαλες το φόρεμα
κι έτσι όπως είμαι με το νυχτικό, ντρέπομαι τα παιδιά
*
Ο ΜΑΥΡΟΣ
Τον βλέπω κάθε σούρουπο στον τοίχο
σαν ζωγραφιά όπου παίζει μαύρο μ’ άλλο μαύρο
“Να φύγεις”, του φωνάζω, “να σβηστείς
δεν είσαι συ, είσαι άλλος”.
Φωλιάζω στο κρεβάτι, ανάβω φως
κλείνω τα τζάμια, μουρμουρίζω ξόρκια
λέω ονόματα κι αυτός εκεί, γραμμένος
“περνούν τα χρόνια”, να μου λέει, “γερνάς
κι εγώ ακόμα περιμένω να βρεθεί το φάρμακο”
*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, εκδ. Άγρα, 1999.
