Σταύρος Βαβούρης, Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία κι άρνηση 

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα,
όχι απʼ αυτά που γράφουν στο χαρτί,
αλλά από κείνα που ʼναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και που ʼναι αυτό καθʼ εαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Η κάθε νύχτα, μου μιλούσε μʼ ένα ποίημα
που ʼσπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγει
κι η κάμαρά μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης·
απʼ το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευσε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μʼ άναψε και μʼ έκαψε και μʼ έκανε
ολόκληρη και μένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

*Από την ποιητική ενότητα «Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής» (1959), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

Leave a comment