πρώιμο φθινόπωρο
οι μουσκεμένες ψυχές της οξιάς τρίζουν τη νύχτα
απλώνουν τα δαχτυλίδια τους στο νερό
η αρχή του κόσμου και του βορρά
ένας ομόκεντρος κύκλος
τα κυκλάμινα νιώθουν τον ύπνο
να διεισδύει με θράσος
να διαβρώνει τους βολβούς
να κατακάθεται στη γονιμότητά τους
οι ερωδιοί μεταναστεύουν τον σεπτέμβρη
από τη μια μεριά της λίμνης στην άλλη
ακολουθούν τον ήλιο που σκίζεται απ’ τα καλάμια
ενώ οι γυναίκες φωνάζουν πλένοντας τα ρούχα
στο παγωμένο νερό μέχρι τα γόνατα
απλώνονται σαν την αγριάδα της καστανιάς
το μόνο που μένει για μας
είναι να οργώσουμε τα βάθη του ύπνου για άλλη μια φορά
να μοιραστούμε το τελευταίο φως με τις ελαφίδες
που πριν το σούρουπο θα βγάλουν τη γούνα τους
και θα ζεστάνουν τα γυναικεία χέρια.
*
οι κουφές γάτες
όταν ο θεός της βροχής αναδιέταξε τον ουρανό
ο πρώτος κεραυνός χτύπησε τον στάβλο μας
ο δεύτερος χτύπησε τη μικρή κάτα
την έθαψαν μέχρι το πηγούνι
στον κήπο δίπλα στα παρτέρια με τα κρεμμύδια
και περίμεναν δυο μέρες
να βλασήσουν τα χέρια της’
από το μυσκεμ’ενο μάυρο χώμα
ήταν ένα ακόμα θαύμα
που είδαν με τα μάτια τους οι χωρικοί
οι κουφές μας γάτες νιαούριζαν απελπισμένα
ανίκανες να ακούσουν τις φωνές τους ή τα γουργουρητά
στα γεμάτα από ποντίκια και γατάκια σπλάχνα τους
και η κάτα κουβαλούσε την αστραπή
κάτω απ’ την καρδιά της
που αναπηδούσε
σαν χαλασμένο παιχνίδι
*Από τη συλλογή “Αρχικές συντεταγμένες”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.
**Μετάφραση: Μαρουσώ Αθανασίου.
