Ρογήρος Δέξτερ, De Vita Et Morte

Pseudo~Blues

[prose song “written on a toilet roll”]

•αυτό
Που “σέρνεται μέσα μου σα φίδι”
Νιώθω πως πρέπει νά ‘ναι θάνατος• ή
Έστω [ορθή επανάληψη : ] φόβος
Θανάτου• που
Βγάζει νύχια
Και δόντια
Και κραυγές• τις νύχτες
Και τα οδοντωτά
Ζεστά μεσημέρια τού καλοκαιριού• τις
Ακριβές ώρες
Που μια κόρη βρέχει
Τα τριαντάφυλλα στον κήπο της
Μουρμουρίζοντας παλιά τραγούδια
Τής ρεματιάς• τής φυλλωσιάς• τού δάσους• όταν
Κάποιος λιάζεται αμέριμνος [λες και
Δεν υπάρχουν
Δυστυχίες και βάσανα• ή μάλλον
Ακριβώς επειδή υπάρχουν• οπότε ; ]• κάτω
Απ’ τό δέντρο
Που γλύτωσε απ’ τους ξυλοκόπους•
Και όπου τρεις γάτες ανέβηκαν
Της οικογένειας Στουπάθη• η μία
Μετά την άλλη• στα πιο ψηλά κλαδιά•
Μήπως ματιάσουν αλλιώτικα
Τον κόσμο• και
Ένα μικρό σαλιγκάρι
Διασχίζει αργά και ατάραχα
Δίχως ζιγκ ζαγκ
Την άσφαλτο
Αψηφώντας τα τροχοφόρα
Σαν τέρατα• καθώς
Δυο ζευγάρια φιλιούνται με πάθος
Στο σταυροδρόμι
Πριν χαιρετηθούν βιαστικά και τρέξουν
Να συναντήσουν άλλους εραστές τους•
Και όσα γύρευαν καιρό να ξεχαστούν
Στο πέρασμα του αιώνα
Στο κατρακύλισμα του χρόνου
Στήνουν πρόσωπο μπροστά μας•
Να μας δικάσουν στη σάρκα
Να μας συντρίψουν στην καρδιά• βέβαια
Πίσω από τα λάθη
Και τις συγκυρίες
Και τις μηχανές
Θα κρύβονται πάντοτε οι φίλοι
Και όποιοι ζεστάθηκαν στον κόρφο
Μας• που φιλοσοφούν σε μια τρίχα•
Που λογοφέρνουν
Για το πόσοι
Άγγελοι στρογγυλοκάθονται
Στο μάτι μιας βελόνας• που
Ύστερα χαχανίζουν φτιαγμένοι
Από λόγια παχιά
Και έργα που δεν περιγράφονται
Βλέποντας εμάς να θαλασσώνουμε• να
Πελαγώνουμε• να βουλιάζουμε•
Στ’ ανοιχτά• στα υψηλά• στα βαθιά• και
Να πνιγόμαστε•
Στον πικρό καφέ
Σε κάτι τσιγάρα μαύρα
Ψωνισμένα από την Οδό Σβ.
Σε κάτι φλογερά ποτά
Που οι πάντες γνωρίζουν
Στα κεράσματα• ωσ-
Τόσο ο θάνατος•
Φαντάζει σχεδόν βέβαιο•
Λανθάνει σ’ αυτό το σώμα• είναι
Ο κακός βραχνάς στον ύπνο
Τα μεσάνυχτα• και
Παραέξω
Ο φερτάκιας γείτονας
Που εν έτει δύο χιλιάδες είκοσι
Και βάλε
Δε διστάζει να καρφώνει τα βήματά
Μας• ο
“Μπας κ’ είναι δω ~ μπας κ’ είναι κει”
Μπατσοσυκλετιστής σε χάρβαλα
Σκελάστρες
Που ψάχνει καλές αφορμές
Για το “σώσε”
Έξω από σκυλοστέκια και ντουπό-
Τοπους• και
Ας μην έχεις πάνω σου ούτε δράμι
Από-
Για να κάνεις επιτέλους κεφάλι• αλλά εκείνος•
Άκου πράγματα• έτσι καυλώνει• χωρίς
Πολλά μου-σου-του•
Σε δεματιάζει στο γιουδάδικο• ο
Θάνατος λέμε• που έρχεται
Και δεν έρχεται• που δε φεύγει
Και όλο παίρνει το φευγιό του• αντί
Να λυτρώσει τους δυστυχισμένους
Από μια ζωή που γίνεται αβάσταχτη•
Από το πλήθος των νεκρο-
Ζώντανων
Που κουνάνε μαντίλι στο δρόμο
Γιατί δε θυμούνται πια
Ότι έχουν πεθάνει•

*

δεν έχει εδώ φεγγάρι στη ρεματιά•

•το σκέφτηκα• να έγραφα δυο λόγια
Για τον τάδε [ γνωστό
Εξ ακοής μονάχα και από μακριά
Σα φήμη]• καλό παιδί•
Καθώς λέγαν στην παλιόπολη• αλλά
Καταφερτζής και ακριδάτος•
Που μπήκε• μέσα για μέσα • στη στενή
Για την κονόμα• που τόσα λαχάνεψε
Απ’ την τράπεζα
Λέγοντας• κάθε φορά που τα βουτούσε
Λίγα λίγα• νά κι αν θα με πάρουν
Μυρωδιά• νά κι αν θα με τσιμπήσουν
Οι γιουδαίοι• φτάνει να τα βουτήξω
Εγώ και όσο τη βγάλω• πως
Πιο μετά στα σίδερα
Τον ξέσκισαν κάτι καθίκια φυλακόβιοι•
Ενώ οι ακοίμητοι φρουροί έπαιρναν
Μάτι• κι αυτός κρεμάστηκε ύστερα
Με το σεντόνι στο κελί του• όμως
Για τέτοια
Και άλλα πολλά παρόμοια και ωμά
Είχαμε πει να μην ξαναμιλήσουμε•
Αφού δεν κάνουν καθόλου
Για τα δικά σας μάτια και αφτιά
Από βούτυρο•

Leave a comment