ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ
Στο μονοπάτι του λόφου
μια γυναίκα στα λευκά κατεβαίνει προς τον σταθμό,
θα πάρει το τρένο και θα φύγει,
θα διασχίσει τα νερά με το φέρι,
θα κάνει ψώνια και θα σεργιανίσει,
θα γυρίσει στο σπίτι
απ’ το μονοπάτι του λόφου,
κι όπως το πλοίο στη θάλασσα ή το τρένο στη στέπα
θ’ αφήσει πίσω της ένα ίχνος
από αφρό ή καπνό
μέσα στον ωκεανό των ανθρώπων
φτιαγμένο από αναμνήσεις.
*
Η ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Η νεαρή τσιγγάνα που πουλάει λουλούδια
έχει βρώμικα χέρια και πόδια,
καπνίζει,
τα λουλούδια της μυρίζουν τσιγάρο,
και καθώς μιλάμε κρατά τα τριαντάφυλλα
με το μακρύ τους κοτσάνι ανάμεσά μας,
ένα ανοιξιάτικο σύννεφο ακριβώς
από πάνω μας
κι ο ουρανός
απίστευτα γαλάζιος.
*
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Το κορίτσι τραυλίζει, το αγόρι κουτσαίνει
ο πλατύς ουρανός έχει το πιο γαλανό γαλάζιο-
αυτές οι μεγάλες μέρες του καλοκαιριού.
*
ΤΟ ΡΟΖ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ
Κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι
στρογγυλό στόμα, σουφρωμένη μύτη.
Καθισμένα σταυροπόδι στο κατάστρωμα –
φυσά και καθώς τους ρίχνεις κλέφτες ματιές
η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή.
Αχ, Ιστανμπούλ, γερο-διάολος που ‘σαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βολτες και παιχνίδια.
Κρατώ μια πετονιά με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Τουργκούτ
και βρίσκομαι ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι τόνους.
Δεν πήγα ποτέ στον τάφο του Ορχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
κι ούτε θέλω.
Μια φρέσκια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί’
θα ‘ναι ‘κεί; – ποιος ξέρει!
Θ’ αγναντεύει τη θάλασσα και θα πίνει τη ρακή του.
Από την προκυμαία μ’ ένα σάλτο βουτώ στο νερό-
από κάτω ψάρια
από πάνω σύννεφα.
Κύμα το κύμα ο Βόσπορος θέλει να με καταπιεί,
κι εγώ συνεχίζω κολυμπώντας προς το ροζ σπίτι στην ακτή.
*Μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Θεριανός.
