Τα συνήθη
καφές, τσιγάρο, έρωτας.
Με μια ανεπιτήδευτη απλότητα
η γυναίκα φυσάει τον καπνό της
στα μούτρα του.
Εκείνος στραβώνεται και αναθυμιάζει
κίτρινο θυμό και σκοτωμένο δειλινό.
Το ευαίσθητο αόρατο ηλιακό σύμπαν
συνεχίζει να κυκλοδρομεί.
Ψελλίζει κάτι σχετικό και περιμένει.
Ύστερα ψάχνει στα σκουπίδια
τη μορφή της.
Βρίσκει ενα μηδενικό
και το βαφτίζει ποίημα
ποίημα μαχαίρι.
Το βάζει στο στόμα, ματώνει τη γλώσσα
και χύνει με μαγική απλοχεριά
αυτήν την τόσο ανυπόφορη
αναστολή της θανατικής ποινής του.
Μα, αν είμαι τόσο διάφανος, γιατί δεν πεθαίνω;
Μα γιατί χωρίς λεκέδες
Ποιας το χέρι
θα σου ανάψει το κερί;
*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.
