Τα όμορφα -μεγάλα- γινομένα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.
Μα ό,τι κάνει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που ’μεινε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ’ στου κορμιού μας το βασίλειο,
στον νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που ‘ναι
θρονιασμένη η ασχημιά πονηρεμένης βαρβαρότητας.
Κι όσοι, ανάμεσά του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φτιάξουνε, εγελαστήκαν.
Μεγαλωμένος σήμερα. Μ’ ό,τι μου δόθηκ’ απ’ τη
φύση κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια.
Δε σέρνουμαι απ΄ τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακουω να μου λέν ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ’ στο αίμα μου.
Ούτε τραβιέμαι ΄άθελα μέσ΄ στο σκοτάδι
κείνων που θα ΄ρθούνε.
Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα έ π ε ι τ α καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινομένα της ζωής μας,
σαν το παιδί στη μάννας την ποδιά.
Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι-
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ’ εκεί μπρος.
*Από το βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σε γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου.
