Τόλης Νικηφόρου, Πορεία στην ομίχλη

Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σα νοιώθω μόνος

*

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
στριγγές και κούφιες
άγνωστες ολότελα κραυγές
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

*

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με παράδοξα χρώματα
αλλόκοτους συνδυασμούς

*

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου
τίποτα όμως δεν θα ‘χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη
αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ´ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Το δέντρο».

Leave a comment