ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ τα βουνά επειδή διαρκούν
αγαπώ τις θάλασσες γιατί μου μιλάνε»
και αν λατρεύω τον ουρανό
είναι που κάνει τη γη αισθητότερη.
*
α΄
Τόσες ιδέες
κι ούτε ένα όραμα
τόσοι στίχοι
κι ούτ’ ένα ποίημα.
και ν’ απομένεις
τόσες νύχτες
μες στη βαθύκολπη μοναξιά
μιλώντας πάντα
με ένα φεγγάρι παραπανίσιο.
*
στ΄
Την ώρα που τα περίπτερα αλαφρώνουν
από τις ειδήσεις της μέρας
στους δρόμους της πόλη καλπάζει
μια καθαρόαιμη νύχτα.
Μόνο τα αγάλματα την ακούν.
*
Α, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
νόμιζα
όλα του ύπνου σου τα μυστικά
τα έχω μες στην τσέπη
και να που τώρα εδώ
αμήχανος στέκομαι
μια σκιά στην κλίση των κτιρίων
μία φωνή που πνίγεται
μέσα σε τρόπους δοκιμασμένους.
(Αν και υπάρχει πάντα δυνατότητα
για ένα νέο ποίημα
που θα αναπτύσσεται εντελώς και πρωτότυπα
σε chamois mat των εκατό γραμμαρίων)
*
ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΕΙΣ ποτέ, σου έλεγα,
γιατί μετράς τα χρόνια σου μ’ αστέρια
και πως θα επιμένω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου
που πάντα κάτι έχουνε να πουν του ανέμου.
Πού σε είδα τελευταία φορά;
Ήταν γκρίζα εποχή, ασπρόμαυρη μέρα
τα σύννεφα είχαν αποθέσει τη βροχή
ζεστή στις όψεις των κτιρίων – κι εγώ
μέσα στην μοναξιά την πολυώροφη
σε κοιτούσα σα να ‘χ’ απέναντι μου περιστέρια.
Τι ήταν που άκουσες και αυτά ταράχτηκαν
τι είδες
και μες στους ατμούς που ανάδιναν τα σώματα
τα λίγα φώτα σώπασαν
τι ευχήθηκες και τα οδόσημα άλλαξαν
για να σε ψάχνω
διαβαίνοντας από το σήμερα στο χτες
να ανεμίζεις των ηλικιών σου τα λάβαρα;
Τι; κι εγώ, εντός μου
διπλωνόμουν
χανόμουν
βυθιζόμουν
σαν σ’ ένα λογοπαίγνιο
με έλικες και κάλυκες –
*Από τη συλλογή, “Ειδωλοσκόπιο”, 1999.
