Κι όπως βγαίνεις απ’ το καταφύγιο έρημος
εκεί που ξαπλώνουν τώρα μόνο χαλάσματα
μια ωραία πόλη, αστραφτερή
θυμάσαι πως κάποτε υπήρχε.
Τι τύχη! κι όμως επέζησες…
Εσύ ο μοναδικός μάρτυρας
ενός αναίτιου πολέμου.
Ψάχνεις τα χέρια…
Είναι ακέραια.
Κοιτάς τα πόδια…
Λες πως ακόμα σε σηκώνουν.
Στο στήθος δυο πέτρινα κουμπιά.
Όμως εκεί δε θα κοιτάξεις.
Να τα ανοίξεις μόνο θες κι απεγνωσμένα
στα ερείπια ψάχνεις γι’ ακόμα έναν άμοιρο.
Τον στερνό αναζητάς αδελφό.
Έναν ελεύθερο σκοπευτή
να σε βοηθήσει.
