Γιάννης Ε. Μανιάτης, Το Γάμμα* και η Θάλασσα

Αυτός που αγόρασε το τρεχαντήρι του Παφ είχε μόνον την ευκαιρία και το αντίτιμο. Κι ήταν μία η διαδρομή πού εκ των προτέρων γνώριζε. Σ΄αυτήν γνώρισε τον πρώτο ιδιοκτήτη, τον κάπτεν Πάφ. Έναν καθόλου ναυτικό και καθ’ όλα απρόβλεπτο κι ευχάριστο άνδρα.
«το νησί είναι μικρό κι η θάλασσα μεγάλη»
«ο παππούς μού ‘μαθε μόνο να ξεκινώ, να σταματώ, να στρίβω, να ψαρεύω»
«όλα στα μαθαίνουν οι επιβάτες κι οι διαδρομές»
Τέτοια φώναζε, γεμάτος ευθυμία σαν έβλεπε μπουρινάκι να ζυγώνει και χαμογελώντας, μού πάσερνε το πηδάλιο, δαγκώνοντας την σβηστή του πίπα.
Ο Παφ έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον για την καλή κατάσταση της βάρκας, παρά για τις φουρτούνες πού ηθελημένα και πανάκριβα διάβαινε, ικανοποιώντάς τους όλους.
«όπως πάντα, πάντα ό,τι κι ο πελάτης επιθυμώ»
Ο νέος ιδιοκτήτης είχε στη διάθεσή του ένα σκαρί από
«ξύλο, διαμάντια και σχοινιά, στην πένα ούλα»
Στην πρώτη του εγγραφή στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ είχε γράψει.
«Κατάφερα ν’ αποκτήσω επιτέλους την ΜΑΙΣΣΑ, αυτήν που πόθησα τρελά όταν ο κάπτεν Πάφ μού ζήτησε, στην τελευταία μας βόλτα εκείνου του καλοκαιριού, να κρατήσω το τιμόνι στην επιστροφή. Μεταφέραμε σφουγγάρια και πατάτες.
-Τι όνομα είν’ αυτό; ρώτησα.
Ο Παφ έλυνε κι έσφιγγε τα σχοινιά απ’ το φορτίο, η θάλασσα όλο και φούσκωνε, με κοιτούσε έντονα ευθεία στα μάτια χωρίς να μιλά.»
Ο νέος ιδιοκτήτης ξεφόρτωνε τις δερμάτινες αποσκευές τού μοναδικού του επιβάτη. Τις δικές μου.
«Αυγάτισαν για τα καλά πιά, τα πλεούμενα βλέπω, αλλά όποτε έρχομαι, πάντα ψάχνω το τρεχαντήρι του Παφ…» του είπα.
-Αλήθεια είναι, παραγίναμε πολλοί. Τον ήξερες;
«Τον είχα γνωρίσει, ναι. Και χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, μού έκανε αυτός ο άνθρωπος. Τι κάνει, πού είναι τώρα;»

-Πνίγηκε. Πάνε χρόνια.
«Πνίγηκε ο Παφ; Ατύχημα;»
-Δεν ξέρω. Μερικούς μήνες αφού μού είχε πουλήσει την ΜΑΓΙΣΣΑ, πεθύμησε τις διαδρομές και γύρισε πάλι πίσω. Αρχές χειμώνα…
«ΜΑΪΣΣΑ δε τόλεγε;»
-Θα σου πω. Ήρθε λοιπόν και με βρήκε για να του δώσω κάτι πού είχε ξεχάσει σε μια καβάντζα της πλώρης. Εκεί πού είχε τα σύνεργα ψαρικής και τ’ άδεια μπουκάλια τσίπουρου.
«τα φυλάω, είναι το ταχυδρομείο των ναυαγών»
«Τι είχε ξεχάσει;»
-Το ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ. Με βρήκε λοιπόν στον ΣΚΥΛΟ, το μικρό ουζάδικο στο μώλο και με ρώτησε αν το είχα κάπου κρατημένο. Τά ‘παμε, τά ‘πιαμε και κάποια στιγμή πετάχτηκα μέχρι την βάρκα για να του το φέρω. Είχε ψοφόκρυο, ψιλόβρεχε. Όταν γύρισα, άφαντος. Είχε πάει συντροφιά πληρώματος με κάτι παλιούς φίλους του ψαράδες ένα αγώι σφουγγάρια απέναντι.
«Αυτό το απέναντι του Παφ. Το θυμάμαι…»
«τ’ απέναντι δεν το φθάνουν τα χέρια, μονάχα ο Παφ κι ο νούς»
-Ναι, κάπου τόχω διαβάσει στο ΒΙΒΛΙΟ. Το απέναντι. Πνίγηκε. Είχε ζητήσει να τον δέσουν στο κατάρτι. Δεν ήξερε κολύμπι. Αυτά.
«Μάλιστα. Και τώρα εσύ έχεις την ΜΑΪΣΣΑ.»
-ΜΑΓΙΣΣΑ ήταν τ’ όνομα, αλλά είχε σβηστεί το Γάμμα. Ναι την έχω και δε ξέρω τι να την κάνω. Άλλα είχα στο μυαλό όταν την αγόρασα.
«Πάντως δεν ήταν μεγάλος…»
-Όχι.
«τα χρόνια μου τα κρύβω στις διαδρομές»
«Το έχεις;»
-Τόχω. Γράφω, με μολύβι πού και πού, μη και το χαλάσω. Αλλά πελάτες, επιβάτες και διαδρομές…Όλα πλέον μοιάζουν κι εγώ έχω βαρεθεί να μην μπορώ.
«Να μην μ π ο ρ ε ί ς;»

-Ναι. Να μην μπορώ να δω, ν’ αγγίξω, να γράψω στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ για το απέναντι. Βαρέθηκα.
«Κατάλαβα. Μού την πουλάς; Η κόρη μου θέλει με κάτι ν’ ασχοληθεί και δεν ξέρει με τι.»
-Γράφει;
«Όλοι γράφουν.»
-Γυναίκα πάνω στην ΜΑΓΙΣΣΑ! Μπαινοβγαίνω σ’ ένα ασφαλές δίπορτο αλλά δε βγάζει πουθενά…Δηλώνω αυτούσιο θύμα συνθηκών και ψυχικής ισορροπίας. Ναι την πουλάω, τη θες;
«Μαζί και το βιβλίο.»
-Δε πάει έτσι. Τον τρόπο προς την θάλασσα. Αυτόν βαρέθηκα, αυτόν πουλάω.
«λέξεις και θάλασσα, δεν πωλούνται»
«Δικαίωμά σου, όμως τι θα την κάνεις, τώρα πού όλες τους μοιάζουν; Έλα.»
-Όχι θες;
«Ναι θέλω» και γέλασα.
-Εγώ όμως μ’ όχι την αγόρασα την ΜΑΓΙΣΣΑ. Όχι πολλά. Άκου τι γράφει ο Παφ στο ΒΙΒΛΙΟ…
«αγκύλωμα ενός επανάληψη πολλών
δοκιμάζεις με την ακραία περίπτωση πρώτα
μετά βρίσκεις εύκολα τον δρόμο
«πιστεύω θα βρω διέξοδο»
«θ’ αφήσω χάρτη πίσω μου»
τίποτε όμως δεν συμβαίνει πιά εδώ-τι άλλο να συμβεί
η γραμμή ζωής μια τελεία απ’ τον θάνατο‘’
«Μάλιστα με τη ΜΑΓΙΣΣΑ. Κράτα την λοιπόν φίλε μου. Τ’ όνομά σου;»
-Όλοι με φωνάζουν Πούφ.
«Από το Παφ;»
-Όχι. Απ’ το ούφ.
© γ-Μ _ 2017
*Ο παράγοντας γ στην ειδική θεωρία της σχετικότητας
**Ο Γιάννης Ε. Μανιάτης γεννήθηκε το 1963 στη Στουτγάρδη. Το 1981 φτιάχνει τους METRO DECAY, όπου συμμετέχει σαν ντράμερ και στιχουργός στον δίσκο «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» το 1984. Το 1993 κυκλοφορεί σε αριθμημένα αντίτυπα την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΙΑΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ». Ακολουθεί μια συλλογή αφηγημάτων με τίτλο «ΕΚΑΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ». Το 2016 κυκλοφορεί το «Ειπωτά Τυπωτά Τίποτα». Tο 2018 το ποιητικό αφήγημα Κυανής Άμμου Κύβος. Ζει στην Αττική. Διατηρεί το giannismaniaths.blogspot.gr

Leave a comment