Κανείς δε μιλούσε.
Στο δωμάτιο εκείνο ήταν απαγορευτικό
Το οτιδήποτε.
Υπήρξαν αρκετοί εκεί.
Όσο να συνηθίσεις ήταν ζόρικο.
Όσο να μαραζώσει ο εαυτός σου ήταν το κρίσιμο.
Μετά γινόταν σταθερό.
Μια φαινόμενη παύση.
Ύστερα στις θέσεις των πρώτων οι επόμενοι,
Ύστερα στα παπούτσια των πεθαμένων οι νέοι.
Επιτρεπόταν να αναπνέεις∙
Υπό όρους.
Επιτρεπόταν να ανοίγεις τα μάτια σου∙
Αν κοίταζες μονάχα εκεί που έπρεπε.
Επιτρεπόταν να κουνήσεις ελαφρώς τον καρπό σου∙
Αν επρόκειτο να νουθετήσεις τον παραβάτη μπροστά σου.
Όλοι κάθονταν ο ένας πίσω από τον άλλον.
Κανείς δεν έβλεπε παρά μόνο πλάτες, σβέρκους, τριχωτά αυτιά.
Δεν είχε νύχτα και μέρα στο δωμάτιο
Ούτε τέχνη, ούτε ηδονή, ούτε κάτι
Κάτι ρε παιδί μου, πως το λένε
Κάτι, μια αμαρτία, ένα παιχνίδι, μια ξεροκεφαλιά
Κάτι να σπάει τη νέκρα.
Κάθε τόσο,
Αδύνατο να υπολογιστεί το κάθε πότε,
Σηκωνόταν ένας -από όλους- όρθιος
Κατέβαζε το παντελόνι του
Και έδειχνε στον από πίσω τις τρίχες των γλουτών του∙
Πριν προλάβει να σηκώσει τον καρπό του ο από πίσω
Ένας καινούριος καθήμενος,
Ένας άλλος ταπεινωμένος,
Έπαιρνε τη θέση του περήφανου εκτελεσμένου.
