Ο σύζυγός μου μου έφτιαχνε χυμό
–κάθε πρωί σηκωνόταν κι έστυβε το φρούτο
στην κουζίνα, στο πρωινό φως που ’πεφτε τεμπέλικα
στο γαλάζιο τζάμι, το πίεζε με την παλάμη του
στον αποχυμωτή, φίλτραρε τα κουκούτσια και τον πολτό και
και μου έφερνε τον χυμό˙ έτριβε τον ώμο μου
ενόσω εγώ έπινα. Ο εραστής μου
σηκώνεται νωρίς –ώρες πριν από μένα–
κόβει το φρούτο σε φέτες και μ’ ένα κυρτό, οδοντωτό
μαχαίρι, τέμνει την κάθε φέτα, διαχωρίζει προσεκτικά
τις μεμβράνες, όπως λένε ότι ο Θεός έκοψε
τον άνθρωπο στα δύο –άντρα και γυναίκα– έτσι ώστε
το καθένα να λαχταρά το άλλο μισό.
Εγώ τα θέλω και τα δύο. Θέλω τον χυμό και τη σάρκα,
τον αγνό εκλεκτό χυμό και την τρυφερή
σάρκα, τον κοκκινωπό πολτό. Όλο.
Αν ο χυμός είναι αγνός, χάνεις
τη ζουμερή σάρκα, κι αν φας τη σάρκα, δεν νιώθεις
τον χυμό να κατεβαίνει στον λαιμό. Τόσο εύκολα.
*Μετάφραση: Peter Constantine.
**Το ποίημα είναι από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2023/07/17/donna-masini-pente-poihmata/
