Αλέξανδρος Λαβράνος, Ποιήματα

να κάθεσαι στο στηθαίο του παράθυρου

να κοιτάζεις την καγκελόπορτα της αυλής
να κοιτάζεις και να μην βγαίνεις
να κοιτάζεις με την ψυχή σου άδεια
και να ‘χεις ξεχάσει πως ήθελες

να φύγεις. Άνθισε η ρολογιά
Σούρουπο ακόμα, βράζει ο καφές και χύνεται
μια φωνή απ’ το ραδιόφωνο
να λέει τον καιρό της εβδομάδας
να καπνίζεις στο τραπέζι της κουζίνας

να λες θα την γκρεμίσω εγώ αυτήν την πόρτα
και να μην υπάρχει πόρτα

*

έρχονται οι λέξεις
χτυπούν με μανία την πόρτα
καθεμία φέρνει και μια απουσία

μη φεύγεις, μην τρέχεις
μπήκε ο στίχος-διαρρήκτης

*

πριν ξημερώσει χίμαιρες
ο δολοφόνος μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο
τη σκέψη του ακονίζοντας
την καλογυμνασμένη του απόφαση

του πρέπει μόνο ένα σινιάλο
ανάλογο των ασάλευτων ματιών του

λαμβάνει ένα τυποποιημένο καλωσόρισμα,
βάζει τα χέρια στις τσέπες
θύλακες της πλήξης του
και φεύγει
σαν παιδικό μυστικό περιπλανιέται

ξημέρωσε

*Από τη συλλογή “ισόγειος διάδρομος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2023.

Leave a comment