Ευσταθία Δήμου*
Η έννοια και η μορφή του τραγικού θεμελιώθηκαν για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, όπως τη διαμόρφωσαν και την εκπροσώπησαν οι τρεις βασικότεροι δραματουργοί, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε και αναδύθηκε το τραγικό σε καθέναν από αυτούς παρουσιάζει φυσικά αισθητές διαφορές και διαφοροποιήσεις, κυρίως σε σχέση με τους ήρωες και την ιδιαίτερη θέση και λειτουργία τους μέσα στο δραματικό σύμπαν. Έκτοτε, η έννοια του τραγικού πέρασε όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνία, δίνοντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, το στίγμα της παρουσίας της στα δραματικά, αφηγηματικά και ποιητικά έργα. Βεβαίως, τόσο λόγω της προέλευσης, όσο και λόγω της ίδιας της φύσης του, το τραγικό συνυφάνθηκε πολύ περισσότερο με τα δύο πρώτα λογοτεχνικά γένη, στο μέτρο και στο βαθμό που αυτά έχουν ως πυρήνα τους τον άνθρωπο και τη δράση του, και με διαφορετικό τρόπο με την ποίηση και το πεδίο της. Εδώ το τραγικό προσέλαβε μιαν άλλη απόχρωση, καθώς ενοποιήθηκε κατά τρόπο αξεχώριστο και αξεδιάλυτο με την ίδια την εκφορά του ποιήματος, έγινε δηλαδή γνώρισμα του λόγου τόσο σε επίπεδο επιφανειακό, όσο και σε επίπεδο βάθους, περιεχομένου δηλαδή και νοήματος. Η τραγικότητα και το τραγικό ως στοιχείο ειδοποιό, λοιπόν, του ποιητικού λόγου μπορεί να εντοπιστεί σε πολλές ποιητικές συνθέσεις και σε πολλούς ποιητές ως πυρήνας της σκέψης και της έκφρασής τους, κυρίως όμως ως τεχνική και μέθοδος για τον εμποτισμό του ποιήματος με το αίσθημα και την εντύπωση εκείνη του στίγματος το οποίο φέρει ανεξίτηλο η ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, το τραγικό παύει να αποτελεί μονάχα τον πυρήνα και το κέντρο και εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις, φτάνοντας, ουσιαστικά, μέχρι την περιφέρεια του ποιήματος και αποτελώντας, εντέλει, ένα δίχτυ μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένη, παγιδευμένη θα έλεγε κανείς, κάθε λέξη και κάθε λεκτικό σχήμα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ (1887 – 1914), ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που σφράγισε με το πρωτοποριακό του έργο την ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση, από το πρώτο του μάλιστα ποιητικό του φανέρωμα το 1908, με το ποίημα «Το πρωινό τραγούδι» που δημοσιεύθηκε στην Salzburger Volkszeitung, ως και τα τελευταία του ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Der Brenner λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Από την περίοδο εκείνη και μετά, το έργο του δεν έπαψε ποτέ να μεταφράζεται και να μελετάται λόγω ακριβώς του βάθους της γραφής του, του ιδιαίτερου κλίματος των στίχων του, της αιχμηρότητας της έκφρασης και της πυκνότητας του ύφους του που εξέβαλαν σε μια ποίηση μοναδική και αξεπέραστη.
Θα μπορούσε κανείς εύλογα και εύκολα να μπει στον πειρασμό και να θεωρήσει φυσική και αναμενόμενη, απολύτως αρμοστή μια εξήγηση που θα αιτιολογούσε την παρουσία του τραγικού μέσα στο έργο του Τρακλ ως άμεση και αναπόφευκτη απόρροια των συνθηκών της ζωής του, του δράματος στο οποίο μετουσιώθηκε ο βίος του με την μειωμένη μητρική ανταπόκριση και αγάπη, τον ενοχικό του έρωτα προς την αδερφή του, τις επαγγελματικές αποτυχίες, τις οικονομικές δυσκολίες, το βούλιαγμά του στον κόσμο των ναρκωτικών, το οποίο άλλωστε επέφερε και τον θάνατό του στα 27 μόλις χρόνια. Η προσέγγιση όμως αυτή, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργεί σε βάρος της ποίησής του και την απαξιώνει, συναρτώντας την άμεσα και αποκλειστικά προς την πραγματική συνθήκη και συγκυρία. Γιατί, στην πραγματικότητα, όσο κι αν μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ερμηνεύσει τους στίχους του Τρακλ μέσα από το πρίσμα του βίου του, έχει συνείδηση ότι εξέρχεται έτσι από το ποιητικό του σύμπαν, με την αυτονομία και την αυταξία του, ως χώρο όπου οι όποιες συνδέσεις με την πραγματικότητα έχουν πάψει να λειτουργούν και να ισχύουν. Κι αυτό γιατί εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το τραγικό και οι παράμετροί του που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τη θεώρηση και την ενατένισή του ως αξία αισθητική, καλλιτεχνική, ποιητική, ως αφετηρία και κατάληξη της δημιουργίας στο σύνολό της, όχι δηλαδή μονάχα στα επιμέρους ποιήματα, αλλά στον τρόπο με το οποίο συντίθεται το corpus του έργου του. Παρατηρείται δηλαδή στην περίπτωση του Τρακλ μια μετακύλιση από το τραγικό, όπως εντοπίζεται στην αρχαιοελληνική τραγωδία, ως αναπόσπαστο στοιχείο και κατευθυντήρια γραμμή της δραματικής κίνησης, σε μια διαφορετική σύλληψη, με βάση την οποία σχηματοποιεί κατά τέτοιον τρόπο τον λόγο, ούτως ώστε αυτός να καταυγάζει την απόλυτη, τη μόνη και αδιαίρετη αλήθεια του, την ίδια του δηλαδή την περιπέτεια μέχρι να καταστεί έργο τέχνης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετακίνηση και μια μετάβαση που τεχνουργείται από το ίδιο το είδος του ποιητικού λόγου, μια μεταλλαγή όχι τόσο της ουσίας του τραγικού, όσο του πεδίου στο οποίο αυτό εντοπίζεται και υπάρχει. Στην ποίηση δηλαδή, εν προκειμένω στην ποίηση του Τρακλ, η τραγικότητα είναι στενά συνυφασμένη με την ποιητική γραφή ως πορεία και διαδρομή, η οποία δεν κρύβει ούτε αποσιωπά στιγμή τη συνεχή, την αδιάκοπη και σταθερά επαναλαμβανόμενη αίσθηση της ματαίωσης, της πτώσης και του απροσπέλαστου που συνιστά η δημιουργία ακόμα κι όταν αυτή καταλήγει τελικά στο ποιητικό σχήμα.
Ο Τρακλ παραδίνεται, λοιπόν, σε αυτήν την παγίδευση που συνιστά το τραγικό στην ποίηση, σε αυτό το δίχτυ προστασίας του από τη σιγουριά του καλλιτέχνη πως έφτασε στον στόχο και την τελείωση, από την απατηλή αίσθηση ότι κατέκτησε τον λόγο. Ο λόγος του Τρακλ μοιάζει απόλυτα κατακτημένος ακριβώς επειδή κρύβει και, παράλληλα, τεχνουργείται με την απόλυτη συνείδηση, την πικρή συνειδητοποίηση του άφθαστου της τέχνης, του ανέκφραστου και του ανολοκλήρωτου που τη συνέχει και την εμποτίζει. Γι’ αυτό και τα ποιήματά του αποπνέουν αυτήν την σπασμωδικότητα, αυτό το κομμάτιασμα κι ο κάθε στίχος του φέρει έκδηλα επάνω του τα ίχνη της μάχης που δίνει ο δημιουργός. Μια μάχη που παραπέμπει στους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, οι οποίοι παρουσιάζονται να διαμορφώνουν μια σπονδυλωτή κίνηση, μια διαδρομή γεμάτη τομές, αναβάσεις και καταβάσεις οι οποίες συνέθεταν την τύχη και την προαίρεσή τους, την ολοκληρωτική τους μέθεξη και απορρόφηση στο τραγικό που ταυτίζεται με τη ζωή όταν αυτή θέλει να υψωθεί πάνω και πέρα από το γήινο και το λιμνάζον. Έτσι και η ποίηση του Τρακλ υψώνεται σε ένα πεδίο όπου το μόνο που κυριαρχεί είναι ο λόγος, εντελώς αποδεσμευμένος -όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται πάντα καθαρά- από την εμπειρική πραγματικότητα. Η οποία είναι βέβαια επίσης τραγική, αλλά με διαφορετικό τρόπο, αφού δεσμεύεται από συνθήκες και δεδομένα τα οποία δένονται με το τοπικό και το επικαιρικό, σε σύγκριση με την τέχνη που εναγκαλίζεται την τραγικότητα ακριβώς για να μπορέσει να φωτίσει την επώδυνη, επισφαλή και πάντα υπό αίρεση συνθήκη της δημιουργίας, την πάλη με την ανώτερη εκείνη δύναμη που είναι η μορφή και η δούλεψή της, ώστε να μπορέσει να δώσει στις ίδιες κάθε φορά ιδέες μια διαφορετική, μια νέα προοπτική και λειτουργία.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/η-ποίηση-του-γκέοργκ-τρακλ-και-η-σχέση-τ/
