Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.

Leave a comment