Νίκος Βουτυρόπουλος, Eκτός Δικτύου

V
Φυσάν οι αυλοί του κόσμου
τις ξύλινες φωνές τους.

Του Δεκέμβρη τα φώτα καμπούριασαν,
γιατί ανεμικοί οι ψίθυροι,
καθώς κουβεντιάζαμε τη σκόρπια ζωή μας.

«Σου ‘λειψα; Ν’ αποτύχω ξανά;
Θα τ’ αντέξεις;» ρωτούσες επίμονα,
τροπικό καναρίνι.

Όπως ξημέρωνε με λευκή τη σελήνη,
το παρελθόν παραδόθηκε,
και ανάσα γλυκιά απ’ τα βάθη
της θάλασσας σύντροφος έγινε
του ατέλειωτου καημού των ανθρώπων.
Ως το σβησμένο έφτασε δώμα
ν’ ακυρώσει την τρελή τυραννία των φίλων.

Βλέπεις λοιπόν; Ή να σε καλέσουμε πάλι
τ’ όραμα ενός αγέρωχου δέντρου;

VI
Περιμένουμε, λες, το επόμενο αβάσταχτο,
Αφού αναπότρεπτο των ημερών το κύλισμα.

Και που ‘γινε η ζωή αυλαία,
μήπως μας σώζουν τα παλαμάκια;

Να βρεθούμε θα ‘λεγα,
με τις φωνές μας άδειες,
τότε που ξανθαίνει το καλαμπόκι,
να προφέρομε τους μικρούς μας κόσμους.
Πικρούς αν μας αφήσουν
τ άδοξα δάκρυα… θ’ απογίνομε τι;
Συμφορές;

*Από τη συλλογή «μικρά κερωτικά», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούλιος 2013.

Leave a comment