1.
Τρεις ανάσες πριν το θάνατο,
ένα χέρι καλυμμένο με μπλε λάτεξ γάντι
τραβάει έξω τον τραχειοσωλήνα2,
μια λεπίδα αφαιρεί τα ράμματα
από την τρύπα της τραχειοστομίας που συρίζει
τα σταγονίδια του αίματος απορροφώνται μες στο δέρμα.
Ο ασθενής εκπνέει, ανασηκώνεται
απ’ το κρεβάτι και περπατά προς τα πίσω,
έξω από το νοσοκομείο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
που κινείται ανάστροφα, ξεφυσά τον καπνό απ’ το στόμα του
σε μικρά συννεφάκια
κάθε συννεφάκι έλκεται πίσω
στην αναμμένη κόκκινη καύτρα
ενός άσπρου τσιγάρου που όλο μακραίνει και μακραίνει,
πριν τα βάλει όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σ’ ένα πακέτο,
τα πακέτα τακτοποιούνται σε χαρτόκουτα,
τα χαρτόκουτα σε κιβώτια, άνδρες με καρότσια τα μεταφέρουν
κινούμενοι προς τα πίσω και τα φορτώνουν σε φορτηγά,
οι οδηγοί με την όπισθεν τα οδηγούν στα εργοστάσια
της Carolina και του Kentucky όπου το τσιγαρόχαρτο
ξετυλίγεται και ο ψιλοκομμένος καπνός
κυλά ανάμεσα από τους κοπτήρες
και ξαναβγαίνει ολόκληρο φύλλο,
τα φύλλα ξαναγυρνούν στις αποθήκες όπου
κρέμονται γλυκά και υγρά στο ζεστό
φθινοπωρινό ήλιο πριν τα ύψους δέκα ποδιών φυτά χωθούν
στην πλούσια καφετιά γη, μικραίνοντας
καθώς το καλοκαίρι ψυχραίνει και γίνεται άνοιξη
ωσότου ό,τι απομένει είναι χίλιοι
μικρούτσικοι σπόροι στην παλάμη ενός αγρότη.
2.
Ο άνδρας που ξεφυσούσε συννεφάκια καπνού
θεραπεύεται με κάθε εκπνοή,
ανακτά τους μυς και το λίπος του, τα λεκιασμένα δόντια του
λάμπουν καθώς από κίτρινα γίνονται άσπρα,
η κόκκινη σκληρία του όγκου και των νεόπλαστων αγγείων
συρρικνώνεται από μια μάζα
σ’ ένα μικρό εξόγκωμα, σε μερικά άγρια κύτταρα,
σε μια σπασμένη έλικα του DNA.
Σηκώνει το χέρι του στο πρόσωπο
ξανά και ξανά, σαν
να φυσά ένα εκατομμύριο φιλιά,
και οι γραμμές του προσώπου του μαλακώνουν,
τα γκρίζα του μαλλιά, μεταμορφώνονται
σε μαύρα, και γίνεται ολοένα και νεότερος
και νεότερος έως ότου το κάπνισμα σταματά.
Στην τελευταία σκηνή, αυτός τριών χρονών,
καβάλα σ’ ένα παιδικό ποδηλατάκι με τρεις ρόδες
που πάει προς τα πίσω
σε ένα αδιέξοδο δρομάκι3
όπου τα σπίτια διαλύονται από την οροφή μέχρι το υπόγειο,
και οι τρύπες των θεμελίων τους γεμίζουν
χώμα, το οικοδομικό τετράγωνο μετατρέπεται
σε καπνοχώραφο, η πλούσια καφετιά γη
ζεσταίνεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο,
η μάνα του κουνά το παιδί της στην αγκαλιά της,
το μέλλον τόσο φωτεινό
σαν τη λάμψη των ματιών τους.
1.Η τεχνική κινηματογράφησης που γίνεται με την φωτογράφιση του ίδιου αντικειμένου από την ίδια φωτογραφική γωνία σε διαφορετικές σταδιακά χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι κατά την προβολή να συμπυκνώνονται χρονικά οι εικόνες και να «τρέχουν» σε πραγματικό κινηματογραφικά χρόνο με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό.
2.Επεξηγείται στο ποίημα «Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό». Η διαφορά στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο τραχειοσωλήνας δεν έχει οδό εισόδου τη στοματική κοιλότητα αλλά το στόμιο της τραχειοτομής (την τρύπα στην τραχεία) που διανοίγεται κάτω από τον λάρυγγα για την απευθείας επικοινωνία του τραχειοσωλήνα με την τραχεία (τραχειοστομία).
3.Η οικογένεια ανήκει σε ανερχόμενη οικονομικά οικογένεια της εποχής. Τα αδιέξοδα δρομάκια κατασκευάστηκαν ως τμήμα του σχεδιασμού της οικιστικής ανάπτυξης των προαστίων των πόλεων που άρχισε τη δεκαετία του ’50, όταν οι πρώην στρατιώτες παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Αγροτεμάχια κοντά στις πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και βαμβακοφυτειών) πουληθήκαν και αναπτύχθηκαν νέες προαστιακές περιοχές ομοιόμορφων κατοικιών που ήταν καθαρές, τακτοποιημένες και ασφαλείς για τα παιδιά, επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι και οι κατοικίες ήταν κτισμένες με αδιέξοδα δρομάκια. (Πληροφόρηση από προσωπική επικοινωνία με τον ποιητή).
*Από το Έγχειρίδιο ποίησης”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Reblogged this on Hellenic Canadian Literature.