Γιώργος Καρτάκης, Δύο ποιήματα

ΣΜΑΡΑΓΔΗ

ήρθε η μάνα μου με αγκάθια στα χέρια
καλυμμένη
φορώντας μαύρο σύννεφο
και αιώνιο παράπονο στα χείλη της πάνω τρεμόπαιζε

ήρθε η μάνα μου
που ποτέ μου δεν άγγιξα
γιατί με αναζήτησε
και χρόνια είχε να με δει ευτυχισμένο
κι ο έρωτας
της έγλυφε
του λαιμού το καρύδι

ώσπου μια τρύπα μόνο απόμεινε
ή ένας σπόνδυλος
που το σκυλί τυχαία ξέθαψε στον κήπο

θα βρω το νερό
να γεμίσω τα παράθυρα ήλιο
όταν στο στήθος σου ακουμπώ
έχει δροσιά στο δωμάτιο

*

ΑΝΟΙΓΕ ΚΙ ΕΚΛΕΙΝΕ

άνοιγε κι έκλεινε το στόμα της η γιαγιά μου
καταπίνοντας τίποτα
δεκαπέντε μόνο μέρες κρατιόταν στο στρώμα
ύστερα απλώθηκε ένας ιδρώτας λεπτός στο στήθος
(που δεν είδα ποτέ)
κι η καρδιά της σταμάτησε

ποτίζαμε τα λουλούδια τότε
και ένας άγγελος μας είπε να γυρίσουμε
είχε κίνηση
γιατί κάναμε ολόκληρο κύκλο μέχρι να φτάσουμε
και στην εξόδιο συνωστισμός
στα χείλη απ’ το μνήμα
πω πω ένα κρύο!
ένα χτένι τής έβαλε η μάνα μου σε χεράκια λεπτά
κάθισε απαλά στο χώμα χωρίς αντίσταση
και δεν την είδα ποτέ ξανά

*Από τη συλλογή “Τώρα που τα σύννεφα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2013.

Leave a comment