Επήγα να χορέψω στην Τσέντερβιλ
κ’ έπαιξα χαρτιά στο Βίντσεστερ.
Κάποτε, αλλάξαμε καβαλλιέρους, καθώς με αμάξι
γυρνούσαμε σπίτι, κάτω από το φεγγάρι του μεσοϊούνη
και, τότε, συνάντησα τον Ντέιβις.
Παντρευτήκαμε και μαζί ζήσαμε εβδομήντα χρόνια ευτυχισμένοι
δουλεύοντας κι ανατρέφοντας τα δώδεκα παιδιά μας ·
χάσαμε οκτώ απ’ αυτά
τα εξήντα μου χρόνια πριν πατήσω. Έκλωσα, ύφανα,
νοικοκύρεψα το σπίτι μου, φρόντισα τους αρρώστους,
περιποιήθηκα τον κήπο – και τις μέρες
που ήταν γιορτή, πότε τριγύριζα στους κάμπους
που τραγουδούν οι κορυδαλοί και πότε την όχθη
του Σπουν έπαιρνα μαζεύοντας άπειρα κοχύλια
και κάθε λουλούδι ή φαρμακευτικά βοτάνια
στους δεντροφυτεμένους λόφους φωνάζοντας,
τραγουδώντας στα χλοερά λειβάδια.
Ένεννήντα έξη χρόνια έζησα αρκετά, -αυτό είναι όλο.
Και πέρασα σε μια γλυκιά ξεκούραση. Τώρα
τι ‘ναι αυτά που αγροικώ για λύπες και για μόχθους,
θυμό και δυσαρέσκεια και λυγισμένες ελπίδες;
Θυγατέρες και γιοί αποθαρρεμένοι,
πάρα πολύ δυνατή ‘ναι η ζωή για σας …
Πρέπει να ζήσεις για ν’ αγαπήσεις τη ζωή!
*Από την Ανθολογία Παγκοσμίου Ποιήσεως του Άρη Δικταίου.

