IV
Tο φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;
Πουλιά – καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.
Τι εικόνα τι πέλαο τι δρυμός!
Βουϊζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.
Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.
ΧΙΙ
Το χάραμα γλώσσα κομμένη
λόγια δεν έχει μήτε φωνή
στάχτη και κόκαλα από πριν-
τέσσερεις σύντροφοι αγκαλιασμένοι.
Το χάραμα γλώσσα κομμένη
έρημο δαμάλι στο βουνό
γυαλί στα μάτια τρομερό-
τέσσερεις σύντροφοι αγκαλιασμένοι.
Το χάραμα γλώσσα κομμένη
του αγέρα ακίνητα κλαδιά
σημάδεψαν καλά στην καρδιά-
τέσσερις σύντροφοι σκοτωμένοι.
XV
-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
έτσι κι αλλιώς τον λάκκο θα γεμίσει.
(Μήτε αγκάθι μήτε κυπαρίσσι
δεν φυτρώνει μνήμη επιστροφής).
-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
άλλο πια στητός δεν περπατάει.
(Πουλί στα σύννεφα που αργοπετάει•
χάιδεψέ το κι ώρα του καλή).
-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
κλειστό το στόμα του χλωμό κεφάλι.
(Η ψυχή του τώρα μαύρο λαμπογυάλι
έσβησε για πάντα κι ο καημός βαθύς).
-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
την καρδιά στα μαύρα ψάρια της θαλάσσης.
(Με τραγούδια που αγαπάει να τον σκεπάσεις
κι ύστερα τίποτε. Άνεμος σταχτής).
Reblogged this on Manolis.