Roger Robinson, Περπάτησε μαζί μου

Διασχίζω το Μπρίξτον μ’ έναν νεαρό τύπο
με φάτσα αγριεμένη και σκληρή
και του λέω ηρέμησε λίγο, εντάξει είμαστε.
Μα ο πειρασμός κυλάει μες στις φλέβες τους, δεν τον αφήνει.
Με λέει παρατηρητή, με λέει βιβλιοπόντικα.
Περπατάμε φροντίζοντας ν’ αποφεύγουμε κάποιους δρόμους
το Λάμπφορο, τον σιδηροδρομικό σταθμό. Κι οι δυο μας
ξέρουμε το γιατί
Του λέω πως κάτω απ’ αυτούς ακριβώς τους δρόμους που
βαδίζουμε,
βαθιά κάτω απ’ την άσφαλτο, κάτω από το μπετό,
κάτω από τα χαλίκια, το χώμα και τις πέτρες,
τρέχει ένα ποτάμι που το λένε Έφρα.
Ένα μαύρο και δυνατό ποτάμι που κυλάει στο σκοτάδι.
Και πριν από εκατόν πενήντα χρόνια
οι γαλαζοαίματοι πλέανε μες στα νερά του
προς το Μπρίξτον φορώντας τα ωραιότερα ενδύματά τους
κι ούτε το κρακ σκεφτόντουσαν τότε ούτε και τα καφέ.
Κάθε τόσο όμως
οι ουρανοξύστες λειτουργούνε σαν μεγάφωνα
κι ο ήρεμος ήχος ενός καθαρού ποταμού που κυλάει
ακούγεται μες στους δρόμους του Μπρίξτον.
Ακόμα όμως κι αν μας καλεί ο ποταμός, του λέω
τα πράγματα έχουν αλλάξει εδώ πέρα.
Το Μπρίξτον δεν είναι η ιστορία του
κι ούτε κι εμείς πρέπει να είμαστε
κι ας ακούμε το κάλεσμα του παρελθόντος.

*Από τη συλλογή “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Leave a comment