Όπως ήταν νέα κι άμαθη
στις υποχρεώσεις του γάμου
τα βράδια αρνιόταν
να κοιμηθεί∙
προτιμούσε ν’ αφήνει τον
ξένο
στο πλάι της βυθισμένο
στην απιθανότητα της ξυπνητής επιθυμίας
κι άλλο δεν της έμενε παρά να
νανουρίζει τoν Έντουαρντ Φέρφαξ ή τον Φιτζγουίλιαμ
ανάμεσα στα σκέλια της
να περνά ένα δηλητηριασμένο
χτένι στα μαλλιά της
να ροδίζει τα μάγουλα
με τη χαυνότητα του ρομάντζου
και ν’ αφήνει επιτέλους
τα βλέφαρά της να σκεπάζουν το όνειρο
σαν αθόρυβο χιονάκι
στον κάμπο με τα τριφύλλια
/εκεί που κρύβεται τάχα η ακρογιαλιά
με το ψιλό βότσαλο
πάνω του τρέχουν νεράιδες
και δεν ξεφεύγουν από τον έρωτα
του γενναίου θνητού∙
Με βεβαιότητα
θα ξυπνούσε από τον πόνο
/η τραχύτητα της αποστροφής∙
χολιασμένος
ο ξένος
θα ζητούσε τούρκικο καφέ
κατά βάθος ελπίζοντας
πως τουλάχιστον
σήμερα
θα έπιανε παιδί
