Α, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’ έκρουσε στη θείαν ανατροφή
και μ’ άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!
Πεθαίνει τ’ όνειρο, η ψυχή, το μέγα,
πάει το σκήπτρο, χάνεται η κορφή,
ξεθωριάζουν σαν τα βελούδια τα έργα,
στην τραγική μες στο λαό ταφή.
Όχλε, λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο;
Α! μαστροπέ, στην άβυσσο με πας
(1926)
