
ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ
Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού.
Φώτα της παραλίας νεκροπομπή
για τα χόρτα του καλοκιαριού.
Τα καλέσματα των μανάδων
σε εσπερινή μετάνοια
πήραν ήχο φθινοπωρινό.
Πηγαίνω στην πρώτη βροχή
Που `ρχεται απ’τη θάλασσα.
Τη φυγή, τελείωση πανάχραιας δίψας,
την ονόμασαν για μένα θάνατο.
Να `ναι αργός ο δρόμος του ανέμου.
Σιγά να χαράζουν τα περιβόλια του ορίζοντα
να τα καλλιεργήσουμε οι σύντροφοι του τέλους.
Σιωπηλά τα καϊκια περιμένουν τη μέρα
στη νυχτερινή πραότητα του λιμανιού.
Η γεύση του σταφυλιού και του σύκου
ανήκει πια στους τόπους της μνήμης.
Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού.
FIRST DAY
My body became the beginning of a voyage
Lights on the shore, a funeral procession
for the verdure of summer
the mothers’ calls
in the twilight forgiveness
took an autumnal echo.
I walk to the first rain
that comes from the sea
for me the escape — quench…
View original post 65 more words