Από τις λέξεις ότι περίσσευε
έτσι με το περίσσευμα και όχι με υστέρημα
φτιάχτηκε το όνειρο
παρατηρήσεις άνευ αξίας
τις σκουπίζουν τα απογεύματα στις πίσω αυλές των σπιτιών
σε αφήνει ο χρόνος να τού ξεφεύγεις
επανέρχεται και διεκδικεί
μικρές περίοδοι χάριτος
με μια σου παλάμη κρύβεις τον ήλιο
σκοτάδι για έναν
μέσα σου περνάνε εν τούτοις φεγγάρια πολλά
συνοδεύουν κοιλιακά άλγη
το σκοτάδι έχει μορφή
το χέρι της σηκώνεται να σε χαιρετήσει
και βαφτίζει τη μέρα
το ρούχο της ανασηκώνεται
και φαίνεται πως η επιθυμία της κουτσαίνει
πριν ήταν νύμφη
μα τώρα ξηλώνεται
όταν κατεβαίνει τούς λόφους
σκύβει και μαζεύει από χάμω
λέξεις όπως το “μνήσκω “
και συνώνυμα τους
τα πόδια της στην άμμο
το κεφάλι της στην άμμο
ώρα ανύπαρκτη
ώρα θαμμένη πολύ
ο αέρας που φυσάει
δεν τολμάει να τής πάρει τίποτε
αν θαφτεί κι άλλο θα γίνει ηρωίδα
πρώτης γραμμής
αν αναρρώσουν οι αμφιβολίες της
