Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Τρομάζω μέσα στις μέρες βλέποντας να σκίζει
την ύστατη ελπίδα η απάνθρωπη ευκολία
των ανθρώπων που σε δρόμους στρωμένους με νεκρούς
και δυστυχία λένε:
«Η μεγάλη Ελλάδα»
Τρομάζω με τα αναίσθητα θηρία που μηρυκάζουν τη χρόνια τροφή
που σερβίρεται σε αφθονία και υπάρχει πλεόνασμα ηλιθιότητας
Τρομάζω με τη σκόνη που αφήνει πίσω της
η αδιαφορία και ο ωχαδερφισμός των ανθρώπων
και δεν τους νοιάζει που θα ‘ρθει σύντομα η μέρα
που τα παιδιά δεν θα γελούν
Τρομάζω με το ανεπαίσθητο θρόϊσμα του ανέμου
που λέει πως ο κόσμος πρέπει να προχωρά
ανεξάρτητα από το αν αλλάζουν ή οχι οι κοινωνίες
γιατί και οι κοινωνίες είναι έρμαια στις βουλές των υστερόβουλων
και τα χαμένα όνειρα απατήθηκαν τόσες φορές
που πια δεν έχει νόημα να ονειρευόμαστε
Τρομάζω που μέσα στις ασθένειες και τους λοιμούς
εκείνοι εκεί οι άνθρωποι αλογόκριτα
λογαριάζουν ήδη χωρίς εσένα και εμένα στον κόσμο
αρκεί εκείνοι να πατούν στους νεκρούς τους
όπως πάντοτε άλλωστε
κι είναι εκείνη η ανελέητη μάζα που ορίζει τη μοίρα του κόσμου
του κάθε κόσμου
Α, πως να ζούσες κάποτε σε μια εποχή
που τα όνειρα των ποιητών θα ήταν ο κόσμος
Μα και εκείνοι μένουν σε κάμαρες σκοτεινές με τρωκτικά
και δεν κοιτούν καν έξω το ανήλιαγο
Πέρα από τον θάνατο. Πέρα πολύ από τον θάνατο
Αυτή ήταν κάποτε η δουλειά τους
Τώρα…
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελιδα του Ε.Ρ. Ρουσσάκη στο facebook.
