Ιούλιος
Σάββατο
23:30
Είμαι κουρασμένη.
Απ’ τις πολλές ώρες στο σκοτάδι
σ’ ένα χώρο
που περιμένω να ζήσεις.
Με τις ενοχές τού κόσμου να μιλούν
για ένα σώμα
με δυο πόδια,
δυο χέρια,
και δυο μάτια.
Κουρασμένη είμαι
που κουράστηκες πριν εμένα.
Θα φύγω
έλεγα επανειλημμένα
θα φύγω δίχως να περιμένω
το επόμενο πλοίο για τον Πειραιά,
να με γυρίσει στην Αθήνα που αγάπησες
σε αυτήν που έριχνες τα εικοσάρικα
απ’ το μπαλκόνι με φόρα
να πεταχτώ στο περίπτερο να σού πάρω,
γάλα,
τσιγάρα
και παγωτό.
Χάσαμε έναν δικό μας.
—Χρόνο άλλο
να μάς νοιάζει
δεν είχαμε—
και απλά υποσχεθήκαμε.
«Ξύπνα, αδερφέ,
ως αύριο
ο κόσμος θα ’χει φτιάξει».
***
[ΠΕΡΑΣΑ, Κική Δημουλά]
Άλλαξε η εποχή.
Δεν ξέρω αν τώρα λυπάσαι
-μη-
η ώρα που νυχτώνει
έμεινε όμως η ίδια,
αν και δεν είμαι σίγουρη
ποιά είναι
η μικρότερη νύχτα του χρόνου.
«Μωυσή
τα πάντα για την ανθρώπινη ψυχή
γιατί δεν τα ’πες και σε εμένα;»
Αγαλματάκια Ακούνητα,
νύχτα.
Χίλια και ένα
μέτρησα χθες βράδυ τα μέλη μου.
Μόνο σε μία
και όχι σε χίλιες και μία νύχτες.
Στις χιλιάδες προσωπικότητές μου συστήθηκα
να τις αγγίξω επιχείρησα,
με στένευαν όμως
τα καινούργια μου παπούτσια.
Χίλιες και μία νύχτες σε θυμήθηκα.
Δεν σε συγχώρεσα όμως
σε καμία.
Μνήμες και λεπτομέρεια
πολύ μού στοίχισαν
χίλιους και έναν στίχους ξαναθυμήθηκα,
ούτε ένας
δεν ήτανε δικός μου.
*Από τη συλλογή «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει», εκδόσεις Οροπέδιο, 2014.
