Βράδια προχωρεμένου Φθινοπώρου
είχε στο νοΰ του πέρδικες νά μαδιοΰνται
μέ τά φτερά λυμένα.
Πάνω σέ κεραμίδια πράσινα
τεφρά πουλιά νά κελαηδούν.
Ανέβαινε στη μηλιά νά σκοτωθεί.
Απλωνε μες στο δίχτυ νά τόν τραβήξουν πάνω.
Χάραζε.
Μακριά κάτω στή θάλασσα
ένα ολόμαυρο ψάρι τριγυρίζει.
*Από τη συλλογή “Σκοτεινή καί Ιερά Λυρική”, Εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1992.
