1
Επιταγές και δέματα
τα κανονίζεις όπως όπως.
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
μα ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενητειά
ποιος θα δεχτεί να πάρει
τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενητειά.
Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
είχα μπορέσει να πετάξω
δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
και μας πιτσίλισαν λιακάδα.
2
Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
πόσο πολύ μου λείπει το βορεινό παράθυρο κλειστό
μην τύχει και κρυώσει
ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
τα περιστέρια των χεριών σου.
Λέω να κλείσω τα παντζούρια
μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας στα μαλλιά σου
λέω ν’ ανεβάσω το φυτίλι
μη μου χαθεί η φωνή σου.
10
Στα σπίτια των φτωχών
μαζεύουνε νερό σταλιά τη στάλα
για να μη γράψουν τα ρολόγια.
Αν είταν να μη γράφονταν ο χρόνος
την τελευταία μέρα που είμασταν μαζί
θα τον άφηνα να στάζει
σαν το αίμα
απ΄την κομμένη φλέβα του χεριού μου.
11
[Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος
ρίχνει τη σιωπή.]
*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα γράμματα” (1952) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ποιήματα 1941-1974”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981.
