Εμείς
Απατημένοι από μιαν εποχή
και από τα φώτα των δρόμων
αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα
να περιπαίζουν τον ίσκιο μας
για μια χαμένη συγκίνηση
πως ταξιδέψαμε
και πως ακόμη γυρνάμε,
μα δεν αλητεύουμε μακριά
και μέχρι τα μάτια να κάψουν ρωτάμε.
Εμείς
Κανόνας κι εξαίρεση.
Ποιος να ‘ναι πιο τρομερός;
Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν ένα καινούργιο τέλος.
Οι μέρες θα μοιράζονται σε καλές και κακές.
Οι νύχτες θα ξεριζώνονται καρφώνοντας κάποιο χέρι.
Οι έρωτες θα ζυγίζονται μυστικά με ακρίβεια.
Η ασφάλεια πάντα θα πέφτει.
Οι πτέρυγες όλων των υπέροχων κτιρίων
θα συνεχίσουν να είναι γεμάτες.
Το φως θα παίρνει σχήμα.
Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν μια καινούρια αρχή.
***
Κάδρο
Η κούφια απεικόνιση
μιας αυστηρής επιθυμίας για ζωή
διακοσμεί τον ένα και μοναδικό τοίχο
Πίνουμε στο αύριο και αποδεχόμαστε την ήττα
Η πληροφορία κατέλυσε τα πάθη
Μα το νέο θεριό δεν υπερβάλει όταν λέει πως σε θέλει εκεί
Ύπνωση και προσταγή
Σημάδια σε πρόσωπο και σώμα, χωρίς αρχή
Ίσως να φταίει που κάποτε δεν υπήρξαμε
και τώρα όλα συνδέονται
Οι πόλεις μεγαλώνουν
Ο κόσμος μικραίνει
Ο ήλιος δύει
Το δωμάτιο περιστρέφεται
***
Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Να φτύσω τις μπίρες και τις τεκίλες
στα μούτρα της απεραντοσύνης που με αιχμαλώτισε,
και να φύγω
Βαρέθηκα να θυμάμαι
Βαρέθηκα να μου λείπεις
Βαρέθηκα αυτή την εποχή,
της υπομονής, της αφθονίας και της εξαθλίωσης
Πόσο ακόμη θα γρυλίζουμε προσμένοντας μέλλον;
Πόσο θα σκάβουμε την πέτρα
που δεν κρύβει παρά μόνο το σκοινί;
Πόσα ανούσια ποιήματα θα γρατζουνίσουν ακόμη
το ξελιγωμένο μας έντερο;
Τα σωθικά μου γεμίζω με φόβο
και ξεπουλάω σε πάγκους
από γρανίτη και ξύλο
Φτιαγμένους
από σκοτάδι και φως
Δεν μπόρεσα
Μένω
Με ένα βρόχινο φεγγάρι αργομπαίνω στο αύριο
Ήθελα και πάλι να φύγω χθες
*Από τη συλλογή “Αφανιζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Έκδόσεις “αγαύη”, Αγρίνιο 2020.
