Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

Φώτο: jeffrey-ripple

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

*Από τη συλλογή “Ενύπνια τα μεθεόρτια”, Εκδόσεις Έναστρον, 2020. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2020/05/08/κωνσταντίνος-λουκόπουλος-ενύπνια-πρ/

Leave a comment