Τα ψάρια βγήκανε νεκρά,
οι αράχνες κρέμονται πάνω από τις καμάρες,
αιωρούμενα μαύρα κατάρτια τρέχουν χωρίς καράβι
στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας,
φωταγωγημένα τα νεκροταφεία στη σειρά
περιμένουν τους νεκρούς τους,
τα σάβανά τους ανεμίζουν στον αέρα.
Καγχάζουν τα κυπαρίσια,
στο πράσινο χρώμα τους αντανακλάται το χρώμα των νεκρών,
μικρών παιδιών σπλάχνα πεταμένα,
πρησμένα, ανάσκελα
μια μεγάλη μαύρη γραμή
Εμπρός Μαρς
το τέλος.
***
Δε θέλω άλλα αστεία με την ψυχή μου.
Ήρθε ο Πόε μού φίλησε το μέτωπο και μου ’πε,
μαζί θα σκοτώσουμε την ανθρωπότητα,
εσύ στο σταυρό σου επάνω κρατήσου,
κοίταξε κάτω με την παλάμη στα μάτια,
σκοτεινά πρόσωπα, χωρίς χαρακτηριστικά σου γελάνε.
Το μαστίγιό σου κροτάλισε και από αγάπη
πέθανε και αναστήσου,
μην περιμένεις τίποτα,
εγώ ο Πόε είμαι μαζί σου.
I
Τα φέρετρα αγάπη μου στο κρυστάλινο κάστρο μας περιμένουν,
θα κλειστούμε εκεί, στα μεγάλα παράθυρα
όταν το φως θα πάψει να μπαίνει,
θα βρεθούμε αντίκρυ εσύ κι εγώ,
μόνοι στο άφθαρτο κάστρο μας.
Οι μαύρες λίμνες, τ’ αγαπημένα μας πουλιά τα κοράκια έχουνε πνίξει.
Συντροφιά μου εσύ στ’ άσπρα ντυμένη,
του πένθους το χρώμα σού πάει,
χέρι-χέρι θα μας βρουν κοιμισμένους μέσα στον κήπο μας,
από σταυρούς και νεκρολούλουδα πνιγμένους.
Η ζωή μας τουλάχιστον δεν πήγε χαμένη.
Το λευκό και η ψυχή μας,
σύμβολα αιώνια στου φθαρτού μας πλανήτη την πλάνη.
*Από τη συλλογή ‘Πέμπτη διάσταση”, Εκδόσεις “Γνώση”, Δεκέμβριος 1984.
