S’indovinava la stagione occulta
dall’ansia delle piogge notturne.
S. QUASIMODO
Κάποτε γνώριζα πως αργά
όνειρα λυγισμένα των Θεών οργώσανε τη γη
κι ο νους επήγε τότε ολωνών
σε μια γόνιμη τεράστια αφθονία.
Και ναι, υπάρχουν μέγαρα αφθονίας,
καλέστε τη νύχτα ή τη δύση, χείλη ενός πρίγκιπα
απ’όπου βλάστησην πετράδια.
Εντούτοις σκεφτείτε, σκεφτείτε πολύ σοβαρά
πως είχαμε ήδη χιτώνες όλων των ειδών,
άχρηστους με κεντήματα, ναι, όπως αυτή η σκέψη
που κάνεις τώρα για τους Κόπτες, τα μοναστήρια τους.
Κι όμως ακόμη δεν γίναμε προσκυνητές
που φτάνουν καινοτόμοι σε μια πυρπολημένη πόλη.
Πίσω από μένα η θάλασσα με χρώματά δοντιών
που γεννιούνται ανάμεσα στα ήπια θυμιάματα
που κάθε μέρα χαιρετούμε.
Όχι, τα όνειρά μας δεν καρποφορήσαν.
Εκείνοι οι θεοί ήταν ωραίοι αλόγιστα
και παραήταν τέλειοι,
σκεφτείτε, φίλοι, πως ανθρώπους σαν εμάς
που γεννηθήκαμε στο μισοσκόταδο
απ’όπου λείπει μια θήκη αρχαία κοσμημάτων
καθόλου δεν μας ενδιαφέρει μέση ή κορμός αρμονικός
σύμφωνα με τους δύσκολους κανόνες της συμμετρίας.
Ταπεινοί, πάντοτε δείξαμε προτίμηση
στις βλοσυρές θεές της Φοινίκης
με τους σκουρόχρωμους και λιπαρούς μηρούς.
Είμαστε στο 410 κι ο Αλάριχος όπου και να’ναι
τη Ρώμη θα λεηλατήσει.
*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης.
**Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, εκδ. κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.
