είναι λίγοι
λίγοι άνθρωποι
που δεν έμαθαν ακόμα
να σηκώνουν τα βάρη που απόκτησαν μέσα στο χρόνο
οι πύργοι κρεμασμένοι ανάποδα
δείχνουν την ώρα τικ τακ τικ τακ
αριστερά δεξιά αριστερά: Αριστερά τραβάτε Αριστερά
ύστερα στριμώχνονταν ένας ένας στο αμπάρι να πάρουν τη θεία χάρη του
να σημειώσω εδώ πως ο μύστης δεν ήταν παρά ένα κουνέλι
τους ακουμπούσε μ’ ένα τεράστιο πιρούνι ανάμεσα στα μάτια
κι εκείνα αναβόσβηναν
τα κορίτσια έχωναν το άρτυμα κάτω από το φουστάνι
στο ακριβές σημείο της προσευχής
για τ’ αγόρια δεν ξέρω – τα απαγόρευαν
σφύριζα σφύριζαν – σφύριζε ο αέρας
έπαιρνε τα κλάματά μας
και τα σκορπούσε στις γειτονιές
να δούνε πίκρα αληθινή και να στεγνώσουν
ο καθένας που λες είχε δικό του κάθισμα
προσευχόμασταν να τελειώσει ανώδυνα
να μας βρει
να παλιώσει
και τίποτ’ άλλο
κάπως έτσι άλλαξε η χρονιά
το ογδόντα τέσσερα στο Βαλπαράισο
μέσα στον πάλαι ποτέ Μεγάλο Ανατολικό
που τώρα πια ονομαζόταν Αγία Νάπα
και είχε απαγορεύσει
τους μολοσσούς
το παραλήρημα
τις ζιπ-κιλότ τα κλαρίνα
μη ζήσουμε έτσι ρε φίλε
*Από τη συλλογή “μισέρημος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Οκτώβριος 2018.
