Allen Ginzberg, Ποίημα ερωτικό πάνω σε θέμα του Ουίτμαν

Θα πάω στην κάμαρα σιγά και θα ξαπλώσω
ανάμεσα σε νύφη και γαμπρό,
κείνα τα σώματα πεσμένα απ’ την Παράδεισο γυμνά
κι αγωνιόντα,
προσμένοντας, μπράτσα στα μάτια γερμένα μέσα στο σκοτάδι,
θάβουν μέσα στους ώμους τους, τα στήθια τους το πρόσωπό μου,
το δέρμα τους μυρίζοντας, χείλη, λαιμά χτυπώντας και φιλώντας,
την πλάτη ανοίγόντας,
γνωρίζοντάς την,
πόδια ορθωμένα να δεχτούν, ψωλή μέσ’ στο σκοτάδι
πορευόμενη, βασανισμένη, θυμωμένη, εξεγερμένη
όλη, απ’ τη ρίζα της ως με την κορωμένη κεφαλή της,
γυμνά κορμιά φριγμένα, κολλημένα, χείλη καυτά και κωλομέρια
στριμωγμένα και μάτια, μάτια αστράπτοντα, γοητευτικά
ανοιγοκλείνοντας σε βλέμματα κι οργασμούς,
κραυγές, κινήσεις, στεναγμοί, χέρια ορθωμένα, χέρια
σε μπούτια ανάμεσα,
χέρια σε υγρότητα και χείλη απαλά, πάλλoυσα σύσπαση κοιλιών,
ως με να ρεύσει η ασπράδα στων σεντονιών τη δύνη
κι η νύφη για συγχώρεση να κλάψει κι ο γαμπρός
να τυλιχτεί με δάκρυα πάθους και συμπάθειας
κι εγώ να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, τελειωμένο πια απ’ τις τελευταίες
χειρονομίες και τα φιλιά του αποχαιρετισμού —
όλα ετούτα πριν ξυπνήσει ο νους, πίσω από σκιές και πόρτες
κλειστές σ’ ένα σπίτι σκοτεινό
όπου οι ένοικοι γυρίζουν στερημένοι μέσ’ στη νύχτα γυμνά φαντάσματα,
αναζητώντας το ‘να τ’ άλλο στη σιωπή.

*Από τη ενότητα “Σκόρπια ποιήματα” που περιλαμβάνεται στο “Ουρλιαχτό”, Εκδόσεις Ελεύθερο Τύπος, 1987. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας-Δημήτρης Πουλικάκος.

Leave a comment