Ασημίνα Λεοντή, Δύο ποιήματα

Νόμιζα γελούσες

Με κέρδισες από πολύ μικρή
με τη φινέτσα σου
τα διακριτικά σιρίτια
στους ανεβασμένους γιακάδες μυστηρίων.

Αστόλιστη με βρήκες με πλάνεψες
με την ευγενική σου χάρη
τον τρόπο που έπινες καφέ
τα μεσημέρια
που αχνίζαμε τις σκέψεις
για το γεύμα των κρυμμένων αποφάσεων.

Τ’ απογεύματα έβαφες τους τοίχους
κόκκινα, κίτρινα, μαβιά χρώματα
του ονείρου ακριβά
αγρίευες τις νύχτες στα πυκνά δάση της υπομονής
σα λύκος αλυχτούσες
νόμιζα γελούσες.

Ξέρεις πώς είναι να γελάς με τη σιωπή;
Σ’ έκρυψα στο δάκρυ μου.
Εσύ μου το ’μαθες!

***

Φόβος

Κατέβηκες δυο δυο τα σκαλιά
δεν κοίταξες καν στο βάθος
κανένα βάθος ματιών
έκλεισες την πόρτα πίσω μου βαριά
και μια γεύση πικρή του έρωτα
έστρωσε χαλί στη μοναξιά
στο έλεος κι οι χτύποι της καρδιάς
βρίσκουν καταφύγιο στο
κάθυγρο μονοπάτι του πόνου.
Δε λογάριασες.
Οπλίστηκες με του ασημιού τη λόγχη
σημάδεψες διάπυρη απειλή
μια φρίκη σκόρπισες.

Ελεεινέ!
Πάνω στα τρομακτικά είδωλα
στην ωμή βία σου
έμαθα να σε νικώ
έγινα Εσύ.
Η άτρωτη ποινή σου.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.

Leave a comment