Σε κάτι στενορύμια όπου βολοδέρνω
Την ώρα που τσακίζει
Τα κόκκαλα τής ερημιάς η νύχτα
Κάποτε σκάζουν μύτη
Τα ξαφνικά και τα απρόσμενα
Όσα ποτέ δεν περίμενα
Να σαρκωθούν τόσα φεγγάρια•όπως
Χαρές υψώνουν ποτήρια σ’ ένα δώμα χαμηλό
Με φωτεινά να χάσκουν τα ορθάνοιχτα παράθυρά του
Λαχτάρες που ξεκουμπώνουν
Γυμνόστηθες τη σαγήνη τους
Θαρρείς από μέλι ψίθυροι κοριτσιών
Σα με κρυστάλλινες φαρέτρες και
Ρώγες από βάλσαμο•κάποιο πλάσμα τρέχει
Μέσα στα χρώματα που φόρεσε
Πιο ρόδινο κι από τα πέταλα τής Άνοιξης
Ν’ αδειάσει πόθους και καημούς σε “πίθους δαναΐδων”
Γλυκά τραγουδώντας μέχρι που ν’ ακουστεί
Νεράιδα ξεχασμένη στο ρέμα
Με λίγες σταγόνες ήλιου στη ματιά
Ντυμένη τις πράσινες φωνές των δέντρων•πιο
Δίπλα
Εχθροί ξιφομαχούν με τον άνεμο
Οι φίλοι αναίτια μαζί μου
Ζώντες και νεκροί
Μελλοθάνατοι που χαιρετούν τον καίσαρά τους•
Έτσι νύχτες και νύχτες
Παλεύει να ξεγλιστρήσει
Ο εαυτός μου ψιθυρίζοντας τα παρόμοια
Από αυτά εδώ τα στενά
Από τη σκέψη
Ότι δεν είναι παρά μόνο
Των ελάχιστων στίχων ο ήρωας
Ο λίθος που πέταξαν στην άκρη οι οικοδομούντες.
