Δεν υπάρχουν πραγματικές ερωτήσεις
γι’ αυτές τις απαντήσεις σαν σπιράλ
που χαμογελούν τη μελαγχολική
ηχώ τους διαμορφώνοντας την αιώνια
ερώτηση ψιθυριστά σε τραγούδι.
Ο αποκαμωμένος γραφέας περιστρέφεται.
«Επαναλάβετε την ερώτησή σας», εκείνη
ζητάει, μα η άκαμπτη
συσκευή ανάμεσα σε κείνη και τον
ανακριτή της γίνεται δέντρο
που οι αόρατες ρίζες του κινούν
τα μπράτσα και τα πόδια της, κλαδιά
τα οποία τελειώνουν σε άγκιστρα που ψάχνουν
μια απόκριση από ρολόγια
για πάντα κολλημένα στην ώρα.
Ο ερωτών επιστρέφει,
απαιτεί να μάθει επακριβώς
τον όγκο της διερώτησης στα
ύδατα που καθορίζουν τα σύνορα του έθνους του.
«Αυτή είναι η απάντησή σου», εκείνη του λέει,
λάμποντας, καθώς ανασταίνεται κάθε μέρα απ’ τη στάχτη
μεγεθυμένη κατά τους σιωπηλούς προγόνους της
βαριανασαίνοντας. Της γενιάς της
η απελπισία είναι ιερή και συντηρείται
από άρρητες αναμνήσεις που
ορμούν προς τα κάτω επιμηκύνοντας τα τριχοειδή της αγγεία
μουρμουρίζοντας και επιβραδύνοντας το άλεσμα
καθώς σκαλίζουν τα γράμματα στην πέτρα
και ανακοινώνουν έναν νέο κόσμο
εικόνων που αρθρώνονται με τα χείλη
σφιγμένο δέρμα που εξαναγκάζει το τραγούδι.
*Από τη συλλογή “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, Εκδόσεις βακχικόν, 2019. Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.
