Η ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
δεν της πολυμιλούσαν
την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού
έφτυνε κλέφτικα κι αυτή
-λάμπανε χιόνια στα σχολειά εξαίφνης
***
Ο ΚΑΘΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος
οι μορφωμένες πέσαν στο μπουφέ
οι ντίβες πιστολάκι
(υπήρξαν γενικώς
ανατροπές στις φιναλίστ
-έγινε θέμα)
τα παίρνει κι ο Νυμφίος με την κοροϊδία
(τα χίλια δίκια του ο χριστιανός)
έι, ψιτ! Εσύ με τη λαμπάδα, μου φωνάζει, πάμε!
(μια παλιοφούστα, άβαφτη να φανταστείς
μα είχα άστρο)
***
Η ΚΑΛΟΚΑΡΔΗ
άλλη δεν είναι τέτοια
δεν βγαίνουν τέτοιες πια
δεν συνηθίζονται στις μέρες μας
τόσο καλόκαρδες
δες πώς γελάει στοντροχό!
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή!
με τον γλυκό τον λόγο
για τον δήμιο
με καρτερία άνω ποταμών
μπουμπούκια σκάνε οι τριχιές
μύρο αναβλύζει η σκουπιδιάρα.
*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2016.
