Jacques Prévert, Tώρα μεγάλωσα

Παιδί
έζησα αστεία
όλες τις μέρες το γέλιο το τρελό
αλήθεια το γέλιο το τρελό
κι έπειτα μια θλίψη τόσο θλιβερή
καμιά φορά τα δυο μαζί την ίδια στιγμή
Τότε νόμιζα πως ήμουν απελπισμένος
Πολύ απλά δεν είχα ελπίδα
δεν είχα τίποτε ήμουν μονάχα ζωντανός
ήμουν ακέραιος
ήμουν ευχαριστημένος
ήμουν και θλιμμένος
χωρίς να υποκρίνομαι ποτέ
Εγνώριζα την κίνηση να μείνω ζωντανός
Να κουνώ το κεφάλι
για να λέω όχι
να κουνώ το κεφάλι
για να μην αφήνω να μπουν οι ιδέες των ανθρώπων
Να κουνώ το κεφάλι λέγοντας όχι
Και να χαμογελώ λέγοντας ναι
ναι στα πράγματα και στα πρόσωπα
στα πρόσωπα και στα πράγματα κυττάζοντας χαϊδεύοντας
αγαπώντας
παίρνοντας ή αφήνοντας
Ήμουν όπως ήμουν
δε σκεφτόμουν
Και όταν είχα ανάγκη από ιδέες
να μου κρατήσουν συντροφιά
τις φώναζα
Και έρχονταν
κι έλεγα ναι σ’ εκείνες που μ αρέσαν
τις άλλες τις έδιωχνα
Τώρα μεγάλωσα
το ίδιο κι οι ιδέες
αλλά πάντα υπάρχουν μεγάλες ιδέες
όμορφες ιδέες
ιδανικές ιδέες
Και πάντα γελώ μπροστά στη μύτη τους
Όμως αυτές με περιμένουν να εκδικηθούν
και να με φάνε
μια μέρα που θα είμαι πολύ κουρασμένος
Αλλά εγώ στην άκρη ενός ξύλου
τις περιμένω επίσης
και τους τρυπάω το λαρύγγι
τους κόβω την όρεξη.

*Από τη συλλογή “La pluie et le beau temps” (1955). Στη μορφή που παρουσιάζεται εδώ είναι από το βιβλίο “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 2006. Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.

Leave a comment