Παιδί
έζησα αστεία
όλες τις μέρες το γέλιο το τρελό
αλήθεια το γέλιο το τρελό
κι έπειτα μια θλίψη τόσο θλιβερή
καμιά φορά τα δυο μαζί την ίδια στιγμή
Τότε νόμιζα πως ήμουν απελπισμένος
Πολύ απλά δεν είχα ελπίδα
δεν είχα τίποτε ήμουν μονάχα ζωντανός
ήμουν ακέραιος
ήμουν ευχαριστημένος
ήμουν και θλιμμένος
χωρίς να υποκρίνομαι ποτέ
Εγνώριζα την κίνηση να μείνω ζωντανός
Να κουνώ το κεφάλι
για να λέω όχι
να κουνώ το κεφάλι
για να μην αφήνω να μπουν οι ιδέες των ανθρώπων
Να κουνώ το κεφάλι λέγοντας όχι
Και να χαμογελώ λέγοντας ναι
ναι στα πράγματα και στα πρόσωπα
στα πρόσωπα και στα πράγματα κυττάζοντας χαϊδεύοντας
αγαπώντας
παίρνοντας ή αφήνοντας
Ήμουν όπως ήμουν
δε σκεφτόμουν
Και όταν είχα ανάγκη από ιδέες
να μου κρατήσουν συντροφιά
τις φώναζα
Και έρχονταν
κι έλεγα ναι σ’ εκείνες που μ αρέσαν
τις άλλες τις έδιωχνα
Τώρα μεγάλωσα
το ίδιο κι οι ιδέες
αλλά πάντα υπάρχουν μεγάλες ιδέες
όμορφες ιδέες
ιδανικές ιδέες
Και πάντα γελώ μπροστά στη μύτη τους
Όμως αυτές με περιμένουν να εκδικηθούν
και να με φάνε
μια μέρα που θα είμαι πολύ κουρασμένος
Αλλά εγώ στην άκρη ενός ξύλου
τις περιμένω επίσης
και τους τρυπάω το λαρύγγι
τους κόβω την όρεξη.
*Από τη συλλογή “La pluie et le beau temps” (1955). Στη μορφή που παρουσιάζεται εδώ είναι από το βιβλίο “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 2006. Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.
