Η Αίσθηση που είχα,
η αίσθηση που μου ’δωσε χαρά
μπορεί να συνοψισθεί σε μια λέξη:
Ξαναγύρισα.
Κοιτώντας απ’ το παράθυρο, άρχισε
σιγά, σιγά να καταγράφεται μέσα μου
πρώτα το γκρίζο χρώμα, μετά το γαλάζιο
και μετά το ροζ,
όλα μαζί με τους συνειρμούς τους.
Με την άκρη του ματιού μου
είδα κάτι ανθρωπάκια να περνούν από δεξιά
στο πεζοδρόμιο.
Υπήρχε η ανάμνηση μιας ματωμένης δόσης
στο βάθος του ορίζοντα
και κάποιες άλλες σκέψεις που περίμεναν
το χρόνο να κάνουν την εμφάνισή τους.
Ο ουρανός ήταν διάφανος σαν γυαλί
και λαμπερός.
Άφηνε τον άνθρωπο να ελπίζει,
μάλλον τον προκαλούσε,
τον έσπρωχνε να ελπίζει,
ο γυάλινος ουρανός.
Η παρουσία άλλων ανθρώπων
ευτυχώς δεν τον διέκοπτε.
Ο ήλιος πλήγωνε τα μάτια.
Θα έπρεπε λοιπόν,
όχι σύμφωνα με τα προηγούμενα,
αλλά εντελώς αυθαίρετα, θα έπρεπε λέω —
Περιμένετε λίγο, θα μου έρθει όπου να ’ναι —
Τελικά όλες αυτές οι εκφράσεις
και τα γλωσσικά ιδιώματα
είναι αυτοσκοπός
και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.
Τι άλλο θα ’πρεπε να πούμε;
Σε τι θα μας βοηθούσε η μαγική δύναμη
της φαντασίας
για να μεταμορφώσουμε
την ασχήμια σε ομορφιά,
τη στενότητα σε ευρύτητα,
την ασυνεννοησία σε κατανόηση,
εξαφανίζοντας το χρόνο σε αιωνιότητα.
Μαγικές στιγμές.
*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.
