Σήμερα
Κάποια μουντά πρόσωπα
Μαζί με το ταλαιπωρημένο μου
Παρελθόν,
Μπήκαν
Αθόρυβα απρόσκλητα
Στο δωμάτιο…
Άλλος ένας ουρανοξύστης
Στη μαραμένη κάμαρή μου…
Έτσι εξηγείται
Η απογευματινή μου λύπη…
Σπιλωμένο παρελθόν
Αφημένο
Σε λερά προσωπεία…
Και κοιτάζω ξανά,
Με παράπονο πολύ,
Τα χαρτιά μου…
Το ποινικό μου μητρώο
Είναι λευκό
Και όμως ήμουν
δώδεκα χρόνια στις φυλακές
Των αφιλόξενων σχολείων…
Των σχολείων
Που δεν αφήνουν
Τις αχτίδες του ήλιου
Να πλησιάσουν
Στις καρδιές των νέων…
Στις καρδιές μας…
Σε ένα τέτοιο
Ετοιμόρροπο σχολείο
Θυμάμαι
Τον γυμναστή
Που μας τόνιζε συνέχεια
Πώς πρέπει να κάνουμε
Καλύτερα τις επικύψεις…
Γιατί πώς αλλιώς
Θα βγαίναμε
Μετά απο λίγα χρόνια
Στην κοινωνία
Χωρίς να ξέρουμε
Να σκύβουμε…
Κρατούσαμε τότε
Στις καρδιές μας
Τα χελιδόνια
Όταν τα σκοτώναμε…
Κάποτε περνούσαν
Πολλά ελπιδοφόρα χελιδόνια
Από εδώ…
Η μέρα είναι ευγενική
Εμεις είμαστε αγενείς…
Ήρθε ο καιρός
Να ποτίσουν
Τα λουλούδια
Τους ανθρώπους…
Γιατί πρέπει να γίνουμε
Εμείς τώρα,
Τα ελπιδοφόρα χελιδόνια…
*Από τη συλλογή “Μόνον όρθιοι;”, Εκδόσεις Βάνιας, 1990.
